Της Γιώτας Κωνσταντινίδου '' Ξύπνα, ξύπνα Γιώτα, Γιώτα, είναι 9 το πρωί, μέχρι να πας χωριό, θα πας με αμάξι, θα πεις τη Δέσποι...
''Ξύπνα, ξύπνα Γιώτα, Γιώτα, είναι 9 το πρωί, μέχρι να πας χωριό, θα πας με αμάξι, θα πεις τη Δέσποινα, θα πάρει και τη μικρή, α, τι λέω μπήκαν για μπάνιο τα μωρά, εσύ θα πας, δε θα πας, θα περάσει από τη θεία, να πάρεις γλυκά, να ανάψεις το καντήλι της γιαγιάς, αναπτήρα έχεις;''
Κι εγώ να ονειρεύομαι ακόμη τον άχαρο ψηλό και μια επιτακτική φωνή μητρός να μου σμπαραλιάζει το όνειρο. Το ξέρετε, ότι όταν κάποιος πεθαίνει η ακοή είναι η αίσθηση που τον εγκαταλείπει τελευταία; Μαζεύω πάντα άσχετες πληροφορίες (υπήρξα περίεργη και μελετηρή, Δημουλά).
Ψάχνω για αναπτήρα, έχω ενός φίλου πολιτευτή, που η διάρκειά του άντεξε για λίγο στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση και μετά έσβησε. Ξεκινάω με τα αγαπημένα λουλούδια γιαγιάς, δε παίρνω αμάξι (κωλύματα με νόμο). Πρώτο λεωφορείο γραμμής, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, νομίζω μέσα στη ζάλη ότι έχω απέναντί μου, Αuguste Corteau, δεν ισχύει αλλά να θυμηθώ να του το πω.
Φτάνω, εκεί με υποδέχονται με χειραψίες και χαμόγελα, είμαι η ''δασκάλα του χωριού'' γι' αυτούς και δε μπορώ άλλο να εξηγώ τη διαφορά οπότε υποδύομαι το ρόλο που μου προσάπτουν. Πώς να αρνηθείς σε ανθρώπους του χωριού, με λαμπερά μάτια, στιβαρά, δουλεμένα χέρια, αβίαστο χαμόγελο και τοπική διάλεκτο; Εκπληρώνω τα εκλογικά μου καθήκοντα και προσπαθώ να τους αποφύγω όσο πιο πολύ μπορώ, γελάω με τα αστεία τους, δοκιμάζω τα τσίπουρά τους και τους εξηγώ ότι πρέπει να φύγω, υπόσχομαι άδολα ψέματα παραμονής για την επόμενη φορά.
Aκολουθώ το δρομάκι που οδηγεί στο εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου και στο νεκροταφείο εντός. Είναι περίεργο αυτό το μονοπάτι σε στενεύει στο τέλος του και σε οδηγεί σε ένα ανηφορικό σημείο. Σου δίνει χρόνο να ηρεμήσεις, να επεξεργαστείς τις σκέψεις, τις μνήμες που απρόσκλητες σου κατσικώνονται και επιμένουν.
Παίρνω τηλέφωνο τη Δέσποινα, της αφηγούμαι την ηρεμία του χωριού και τις αναγγέλλω βαρύγδουπα ότι εδώ θα μείνω για πάντα. Εκείνη με επαναφέρει, ''εσύ δε μπορείς να ζήσεις σε χωριό''. Είναι ένας κώδικας μεταξύ μας, ασυνείδητος, εδώ και 10 χρόνια όταν ονειροβατεί η μια, η άλλη να την επαναφέρει. ''Δέσποινα με διαβάζεις στο press-gr; '', ''Εεεε.όχι'' Το ξέρω ότι δε το κάνει από κυνισμό αλλά για άλλους λόγους που με κάνουν να μη θυμώνω.
Κλείνω το τηλέφωνο. Φτάνω στη καγκελένια πορτούλα , μπαίνω, εύκολο ακούγεται, Είναι; Κάθε βήμα μου και μια γερή σφαλιάρα από μνήμες, εικόνες, ''ΑΧΕΠΑ, εγκεφαλικό, θάνατος, ταξίδι στο χωριό, τελετουργικά κηδείας, εγώ έβαλα τη φωτογραφία της στο καδράκι στο μνήμα, εγώ πέταξα το τελευταίο λουλούδι''.
Ψάχνω το τάφο, προσποιούμαι ότι δε το βρίσκω, λέω ψέματα, γνωρίζω το ακριβές σημείο του. Διαβάζω ονόματα αποθανόντων σχετικά, (Παναγιώτα, Παναγιώτης, Παναίλα.), τα σβουρίζω όλα στο μυαλό μου, για να ξορκίσω τις προκαταλήψεις, θυμίζει Ρίτσο, στη ''Σονάτα του Σεληνόφωτος''( 2,4, 8, 16).
Να' τος στο ψηλότερο σημείο, μαζί με τον άντρα που της όρισε η μοίρα. Της αφήνω τα λουλούδια, δεν είμαι παιδί των δακρύων, αλλά δε ζητούν την άδειά μου. Οι ψυχολογικές μελέτες λένε, ότι ο θρήνος συνδέεται με εγωιστικά κίνητρα, δεν έχουμε πια τον άνθρωπό μας δίπλα μας, να του μιλάμε, να είναι εκεί για μας. Μπορεί, δε βρίσκω τόσο τη μετουσίωση σ' αυτή τη ψυχολογική εκτίμηση.
Θέλω να φύγω πνίγομαι, και γιατί δε βρίσκω αυτό το καταραμένο λαστιχάκι να πιάσω τα μαλλιά μου;
Φτάνω στη στάση, παρατηρώ το χωριό, τις ρίζες μου. Μονοκατοικίες χτισμένες με πέτρες, σύγχρονα parking και ασύδοτες τάσεις νεοπλουτισμού. Η ηρεμία της φύσης με κερδίζει, εναρμονίζομαι και ξαφνικά με τσιμπάει μέλισσα. Το δάχτυλό μου πρήζεται, βγάζω το δαχτυλίδι, μη χρειαστεί να μου το κόψουν. Γελάω οργασμικά και πονάω και γελάω πολύ.
Θα έρθει άραγε το λεωφορείο ή θα ξημερωθώ εδώ, τσιμπημένη;
Σε λίγες ώρες back to wild and in a wrong way civilization.

Είμαστε δυο, είμαστε δυο,
ΑπάντησηΔιαγραφήη ώρα σήμανε οχτώ
κλείσε το φως, χτυπά φρουρός,
το βράδυ θά ‘ρθουνε ξανά
έμπα μπροστά, έμπα μπροστά
και οι άλλοι πίσω ακολουθούν
μετά σιωπή και ακολουθεί
το ίδιο τροπάρι το γνωστό
Βαράνε δυο, βαράνε τρεις,
βαράνε χίλιοι δεκατρείς
Πονάς εσύ, πονάω εγώ,
μα ποιος πονάει πιο πολύ
θά ‘ρθει καιρός να μας το πει
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Καβάλα πάμε στον καιρό
με τον καιρό με την βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Καβάλα πάμε στον καιρό
με τον καιρό με την βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί
Ο εκδικητής ο λυτρωτής
είμαστε δυο, είμαστε τρεις
είμαστε χίλιοι δεκατρείς