Ξεπερνούν τα 2 χρόνια που η αγορά περιμένει το νέο φορολογικό σύστημα που θα δώσει... ώθηση στην ανάπτυξη απλοποιώντας τις διαδικασίες κα...
Ξεπερνούν τα 2 χρόνια που η αγορά περιμένει το νέο φορολογικό σύστημα που θα δώσει... ώθηση στην ανάπτυξη απλοποιώντας τις διαδικασίες και δίνοντας κίνητρα στο επιχειρείν.
Δύο χρόνια όμως που οδηγούν στην απογοήτευση, καθώς ότι έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα δεν έχει ούτε απλοποιήσει τις διαδικασίες ούτε έχει καταμερίσει δικαιότερα τα φορολογικά βάρη.
Μιλώντας με ανθρώπους της αγοράς, η αίσθηση ότι οι άνθρωποι που νομοθετούν δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με τα φορολογικά είναι διάχυτη. Μάλιστα, όπως αναφέρει η μεγαλύτερη μερίδα εξ αυτών το έλλειμμα δημοκρατίας είναι εμφανές, αφού άλλους ψηφίζει ο ελληνικός λαός και άλλοι νομοθετούν, ενώ το έργο του οικονομικού επιτελείου περιορίζεται στο να εξασφαλίζει τις δόσεις των δανείων των επίσημων πιστωτών μας, με πλήρη υποταγή όμως στους όρους των, χωρίς δημιουργικό αναπτυξιακό πρόγραμμα ανασυγκρότησης.
Η νομοθέτηση σε φορολογικά θέματα από πρόσωπα που δεν προέρχονται από την αγορά και δεν έχουν ούτε τις φορολογικές γνώσεις από εργασιακή εμπειρία αποδεικνύεται επικίνδυνη για τη χώρα. Η ικανότητα αυτών των προσώπων σε θεωρητικά θέματα έστω και γειτονικά δεν επαρκεί.
Είναι εμφανές ότι η φορολογική ομάδα του Υπουργείου Οικονομικών έχει δυστυχώς αποτύχει να διαμορφώσει ένα δημιουργικό, σταθερό και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα, που να είναι και δίκαιο για τους φορολογούμενους και ελκυστικό για τους επενδυτές. Δεν μπορεί ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην υπουργός Οικονομικών, κ. Ευ. Βενιζέλος να προαναγγέλλει από το 2011 νέο φορολογικό σύστημα και να έχουμε εν έτη 2013 ένα πρόχειρο, γεμάτο λάθη και προχειρότητες, κείμενο που το χαρακτηρίζουν μάλιστα και «σύστημα». Αυτή η κατάσταση στοιχίζει στη χώρα πολύ ακριβά.
Πιο συγκεκριμένα, στο ζήτημα του ψηφισθέντος άρθρου 21 του ν. 4172/2013, οι εξωθεσμικοί σύμβουλοι του Υπουργού (Πρόεδρος και Νομικοί της ΕΛΤΕ), δεν μπήκαν καν στον κόπο να διαπιστώσουν ή και να ρωτήσουν την «τεχνική βοήθεια» εάν υπάρχει κάπου στον κόσμο κάποια παρόμοια πρόβλεψη που να αντιμετωπίζει ως επιτηδευματίες όσους πραγματοποιούν πάνω από τρεις συναλλαγές το εξάμηνο επί χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή σε μετοχές, ομόλογα και παράγωγα.
Με λίγα λόγια, ο μικροεπενδυτής θα πρέπει να προσέλθει στην αρμόδια ΔΟΥ και να προβεί σε έναρξη επαγγέλματος για την έκδοση των σχετικών βιβλίων και στοιχείων (!), κάτι που με τη σειρά του σημαίνει πως απαιτείται προ-εγγραφή σε αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα. Αν, δε, πρόκειται ήδη για ασφαλισμένο σε ΙΚΑ, τότε μπορεί να εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για τον κλάδο ζωής αλλά θα καταβάλλει εισφορές για τον κλάδο υγείας. Αν όμως πρόκειται για συνταξιούχο, τότε ανάλογα με τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγεται, είτε καταβάλλει εισφορές χωρίς κανένα αντίκρισμα στη σύνταξή του, είτε μειώνεται η σύνταξή του (για κάποιους ασφαλιστικούς οργανισμούς πάνω από ένα ορισμένο ποσό μειώνεται κατά 70%), είτε διακόπτεται τελείως η σύνταξη (!), απλώς και μόνο επειδή πραγματοποίησε τρεις συναλλαγές στο Χρηματιστήριο εντός εξαμήνου.
Χρειάστηκε να ξεκινήσει ένας μεγάλος αγώνας από τον υπογράφοντα και όλη την επενδυτική κοινότητα, με συλλογή αξιόπιστων στοιχείων και πληροφοριών, για να πειστούν οι «εμπνευστές» για την γκάφα στην οποία είχαν υποπέσει. Η συγκεκριμένη διάταξη που ψηφίσθηκε τον Ιούλιο πουθενά στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ δεν υφίσταται. Ζητήσαμε με δικό μας κόστος απασχόλησης από μεγάλες διεθνείς εταιρείες συμβούλων (KPMG, Ernst & Young, εξειδικευμένο δικηγορικό γραφείο Zepos & Yannopoulos, κλπ) να ερευνήσουν εάν και με ποιόν τρόπο υφίσταται αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο στην Ευρώπη. Η απάντηση που λάβαμε, από όλες τις παρόμοιες εταιρείες και που προσκομίσαμε στους αρμοδίους, είναι πως σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν υποχρεώνεται επενδυτής φυσικό πρόσωπο να χαρακτηρίζεται ως επιτηδευματίας, λόγω του αριθμού των επενδυτικών συναλλαγών του σε κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο. "Οι σκληροί διαπραγματευτές" γιατί δεν ζήτησαν με απλή ερώτηση από την "τεχνική βοήθεια" έγκαιρα απόδειξη για το αν και πού ισχύει;
Αυτή όμως δεν είναι η μόνη γκάφα των στελεχών του ΥΠΟΙΚ. Για τον υπολογισμό του φόρου υπεραξίας 15% έχουν προβλέψει (στον νόμο που ψηφίσθηκε) o συμψηφισμός κερδών-ζημιών να γίνεται ανά κατηγορία τίτλων (asset class), δηλαδή ο επενδυτής να υπολογίζει ξεχωριστά τα κέρδη ή τις ζημιές του για συναλλαγές σε μετοχές, ξεχωριστά για ομόλογα και επίσης ξεχωριστά για παράγωγα και αυτό να συνεχίζεται για κάθε χρόνο, αφού υπάρχει πρόβλεψη μεταφοράς τυχόν ζημιάς από συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια ενός έτους, σε επόμενα έτη επ’ αόριστον. Ο «ειδικός» εξωθεσμικός στο θέμα σύμβουλος του υπουργού δεν γνώριζε κατά τη συζήτησή μας ότι το 90% των κωδικών του ΧΑ είναι χαρτοφυλάκια κάτω των 10.000 ευρώ και επομένως το ενδεχόμενο swap σε τέτοια μικρά ποσά για αποφυγή της φορολογίας, όπως ισχυρίζετο, θα είναι αδύνατο!! Μάλιστα, τον φόρο υπεραξίας δεν θα τον πληρώσουν οι ξένοι καθώς και τα αμοιβαία κεφάλαια που φρόντισαν στην Κυβέρνηση πριν λίγους μήνες με νόμο στη Βουλή να διαχειρίζονται από ΑΕΔΑΚ πολύ υψηλών κεφαλαίων για να προωθηθεί το τραπεζικό ολιγοπώλιο. Δηλαδή πάνω από το 50% της αγοράς! Μόνο οι Έλληνες ιδιώτες, ενώ και επειδή αυτοεξυπηρετούνται στις συναλλαγές τους!! Επίσης θα διατηρηθεί ταυτόχρονα ο φόρος συναλλαγών παρόλο που πουθενά δεν ισχύουν διπλοί φόροι. Μάλιστα το κόστος φόρου συναλλαγών δεν θα αναγνωρίζεται!! Επομένως μπορεί να υπάρχει αλγεβρική πραγματική ζημία και ταυτόχρονο φορολογία του επενδυτή επί θεωρητικής πλαστής υπεραξίας!!
Όμως οι κύριοι σύμβουλοι του επιτελείου του κ. Στουρνάρα, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ανεπάρκεια τους δεν θεώρησαν ούτε χρήσιμο να ακούσουν τα στελέχη της κεφαλαιαγοράς (μεταξύ των οποίων ΣΜΕΧΑ, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ΕΧΑΕ, ΣΕΔ, κλπ) που έχουν αντιπροτείνει ένα πιο σαφές πλαίσιο, ότι δηλαδή το χαρτοφυλάκιο κάθε επενδυτή αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο από επιμέρους προϊόντα και επενδυτικές στρατηγικές και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται και φορολογικά. Εξάλλου, είναι γνωστό πως σε όλες τις κεφαλαιαγορές ανά τον κόσμο, ο συμψηφισμός κερδών και ζημιών γίνεται με έναν ενιαίο τρόπο (δηλαδή across asset classes) και όχι αποσπασματικά.
Σύγχυση επικρατεί και με τον τρόπο καταγραφής της τιμής κτήσης, βάσει της οποίας θα προκύψει και το κατά πόσο υπάρχει κέρδος ή ζημιά για έναν επενδυτή. Σύμφωνα με το νόμο, ως υπεραξία ή κεφαλαιακά κέρδη νοείται η διαφορά μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά και της τιμής που εισπράχθηκε με την πώληση, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων. Εφόσον, λοιπόν, η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης μιας μετοχής είναι θετική, αυτό θα αποτελεί εισόδημα για τον φορολογούμενο και θα φορολογείται με συντελεστή 15%. Ο φόρος συναλλαγών, όπως τα έξοδα, προμήθειες, κλπ. δεν θα υπολογίζεται στο κόστος κτήσης!!
Τι συμβαίνει όμως όταν η τιμή κτήσης δεν είναι γνωστή; Ο νομοθέτης επέλεξε πως σε περίπτωση που η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί, να θεωρείται μηδενική. Εάν, δηλαδή, ένας επενδυτής για διάφορους λόγους δεν μπορεί να βρει το πινακίδιο αγοράς κάποιας μετοχής και προχωρήσει στην πώλησή της μετά την 1/1/2014, τότε κινδυνεύει να φορολογηθεί για ποσό πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικό του κέρδος. Πρόκειται για εξαιρετικά πιθανό σενάριο, δεδομένου ότι υπάρχουν στο Χ.Α. υπάρχουν επενδυτές με συμμετοχές σε ιστορικές εταιρείες, όπως ο Τιτάνας ή η Εθνική Τράπεζα, που αποκτήθηκαν προ δεκαετιών...
Η ΕΧΑΕ με εμπεριστατωμένη μελέτη της που απέστειλε προς το Υπουργείο Οικονομικών όχι απλώς επεσήμανε τα ανωτέρω αλλά και αποδείκνυε τα ελάχιστα έως αρνητικά έσοδα για το Δημόσιο ταυτόχρονα με τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε η επιβολή του φόρου υπεραξίας στη ρευστότητα της Ελληνικής Κεφαλαιαγοράς, η οποία υστερεί σημαντικά έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών αγορών, σημειώνοντας μάλιστα ότι λόγω της μείωσης της παρεχόμενης ρευστότητας πανευρωπαϊκά, ακόμη και η επιβολή του FTT βρίσκεται σε φάση ουσιαστικής αναστολής. Άλλα αρνητικά σημεία που επεσήμανε η ΕΧΑΕ στη μελέτη της αφορούν την επιβάρυνση των φυσικών προσώπων - φορολογικών κατοίκων Ελλάδος με διπλή φορολογία (επί των συναλλαγών πώλησης και της αντίστοιχης υπεραξίας) κατά τις μεταβιβάσεις τίτλων, την κατ' ουσίαν τιμωρία της μακροπρόθεσμης επένδυσης καθώς ο φόρος υπεραξίας εφαρμόζεται ανεξάρτητα με τον χρόνο απόκτησης των μεταβιβαζόμενων τίτλων, αντί μόνο για τους τίτλους που αποκτώνται από την έναρξη ισχύος των σχετικών διατάξεων και μετά. Επίσης επεσήμανε τα διαδικαστικά προβλήματα εφαρμογής που θα επιβαρύνουν εν τέλει τη συναλλακτική δραστηριότητα Ελλήνων και ξένων επενδυτών στο ελληνικό Χρηματιστήριο με υπέρογκο διαχειριστικό κόστος επιπλέον του φορολογικού.
Η ΕΧΑΕ μάλιστα από κοινού με τους άλλους φορείς της αγοράς είχαν προτείνει την κατάργηση του φόρου υπεραξίας και την διατήρηση του φόρου επί των πωλήσεων με αύξηση του ποσοστού σε 0,30% και 0,03% για τις ενδοημερήσιες συναλλαγές. Με τον τρόπο αυτό τα έσοδα του Δημοσίου θα αυξάνονταν ενώ παράλληλα θα αυξανόταν και η κυκλοφοριακή ταχύτητα (velocity) της ελληνικής αγοράς. 'Ολα αυτά απορρίφθηκαν από πολιτικούς παράγοντες εκτός γνώσεων της αγοράς που κανένας προεκλογικά δεν είχε διανοηθεί ότι η νομοθετική τύχη της πατρίδας μας θα εξαρτάτο από εκείνους. Ας μας γίνει το πάθημα μάθημα.
Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική ούτε στο ζήτημα των διμερών φορολογικών συμφωνιών, με αυτήν των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να εκθέτει ανεπανόρθωτα διεθνώς τη χώρα μας και να αδικεί μια κατηγορία Ελλήνων πολιτών, μόνιμων κατοίκων ΗΑΕ. Μέχρι και ένας μη «ειδικευόμενος» επί των φορολογικών θεμάτων αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να φορολογούνται ως κάτοικοι Ελλάδος όσοι εργάζονται και διαμένουν πάνω από 183 ημέρες ετησίως με τις οικογένειές τους στα ΗΑΕ. Μοναδική εξαίρεση σε όλη την ΕΕ αφού, πέραν της αδικίας, αυξάνει το ελληνικό κόστος εξαγωγικών υπηρεσιών στην αλλοδαπή και το καθιστά μη ανταγωνιστικό κατά 35%-40%. Γκάφα που σωστά δεν υπήρξε σε αντίστοιχες συμβάσεις στο παρελθόν, από άλλη πολιτική ηγεσία, όπως αυτές με το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ και αποδεικνύουν περίτρανα το τραγικό λάθος, μόνο στην πρόσφατη περίπτωση των ΗΑΕ, που δεν είναι εύκολο εκ των υστέρων να διορθωθεί. Οι χειρισμοί φτάνουν στα όρια της επικινδυνότητας για την οικονομία τη στιγμή μάλιστα που τα περιθώρια επανόρθωσης είναι μηδενικά ή έστω πολύ περιορισμένα.
Ενδεχομένως να μπορεί να γίνει διόρθωση με ιδιαίτερη εγκύκλιο από τον ικανότατο ΓΓΔΕ εάν θεωρηθεί ότι υπάρχει γνωμοδότηση από τη Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων καθώς σε περίπτωση διαφοράς συμφωνίας με το εσωτερικό δίκαιο ισχύει το ευνοϊκότερο.
Ένα ακόμη αναγκαίο μέτρο είναι να εφαρμόσουμε την ευρωπαϊκή οδηγία περί ΑΕΔΑΚ που διαχειρίζεται Αμοιβαία Κεφάλαια (Α/Κ) με ελάχιστο ύψος κεφαλαίων 125.000-250.000 ευρώ, έναντι των 500.000 ευρώ κεφάλαιο που ψηφίστηκε από το παρόν οικονομικό επιτελείο (που αρχικά είχε προτείνει 1 εκατ. ευρώ) και απαιτείται τώρα στην Ελλάδα και δημιουργεί πρόσθετα τεχνικά εμπόδια ανάπτυξης. Ούτε μέτρα ανάπτυξης χωρίς δημοσιονομικό κόστος αδυνατούν οι Υπουργικοί σύμβουλοι να εφαρμόσουν. Υπάρχουν σημαντικά κεφάλαια στο εξωτερικό, τα οποία εάν ένα μικρό μέρος εισρεύσει στην Ελλάδα θα σχηματιστούν κρίσιμες επενδύσεις. Οι αρμόδιοι και εδώ αδρανούν, εάν δεν αγνοούν τη σημαντικότητα της ρύθμισης.
Μία ακόμη γκάφα του επιτελείου επί των φορολογικών αφορά η πρόβλεψη για την τιμή κτήσης του ακινήτου. Ο νόμος λέει ότι αν ο πωλητής δεν μπορεί να προσδιορίσει την τιμή κτήσης αυτή θα θεωρείται ότι είναι μηδενική. Επομένως, ο φόρος υπεραξίας θα υπολογιστεί για το σύνολο του ποσού που θα αναγράφεται στο συμβόλαιο πώλησης, δηλαδή από το πρώτο ευρώ.
Για παράδειγμα, αν ένα ακίνητο πουληθεί 100.000 ευρώ και ο ιδιοκτήτης δεν δηλώσει την τιμή κτήσης τότε ο φόρος 15% θα επιβληθεί επί του συνολικού ποσού, επομένως το κράτος θα του πάρει 15.000 ευρώ! Άνθρωποι που γνωρίζουν την οικοδομή και την κτηματαγορά επισημαίνουν ότι υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις όπου οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να αποδείξουν την τιμή κτήσης. Για παράδειγμα υπάρχουν πολίτες που αγόρασαν ένα οικόπεδο, έκτισαν σπίτι αλλά δεν κράτησαν τα τιμολόγια που αποδεικνύουν το κόστος ανέγερσης του ακινήτου. Έτσι, αν το οικόπεδο μαζί με το κτίσμα πουληθεί 300.000 ευρώ και μόνο για το οικόπεδο δηλωθεί κόστος κτήσης 100.000 ευρώ, ο ιδιοκτήτης θα επιβαρυνθεί με φόρο 15% για τα υπόλοιπα 200.000 ευρώ, επομένως θα πληρώσει 30.000 ευρώ. Η παραπάνω περίπτωση αφορά κυρίως ακίνητα στην επαρχία όπου πολλές φορές κτίζονται ακίνητα επί οικοπέδων χωρίς να κρατούν οι ιδιοκτήτες τα παραστατικά για το κόστος ανέγερσης. Επίσης, πώς θα μπορέσει να προσδιοριστεί το κόστος κτήσης για ακίνητα σε χωριά που ανακαινίστηκαν και πωλούνται;
Το ίδιο θα συμβεί και στις περιπτώσεις των κληρονομιών. Αν δηλαδή κάποιος πολίτης κληρονομήσει από την οικογένειά του ένα ακίνητο και το πουλήσει χωρίς να έχει στοιχεία για το κόστος κτήσης, τότε θα επιβαρυνθεί με υψηλό φόρο υπεραξίας. Μάλιστα, σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί και η νέα παράδοξη «έμπνευση» των νομοθετών του παρελθόντος, που δεν επιλύει όμως η σημερινή ηγεσία, που προέβλεψαν ότι όσοι δεν πουλούν τα ακίνητα που κατασκεύασαν θα πληρώνουν 23% το ΦΠΑ και θα το παίρνουν οι ίδιοι!
Με δεδομένη την καθίζηση των τιμών την τελευταία πενταετία, ο φόρος υπεραξίας εκτιμάται πως θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις, ενώ ελάχιστη θεωρείται από αρμόδιους παράγοντες η συμβολή της μείωσης του φόρου μεταβίβασης στην αναθέρμανση της αγοράς, δεδομένου ότι είναι πρακτικά «νεκρή». Το περασμένο έτος τα έσοδα από μεταβιβάσεις ακινήτων ήταν μόλις 201 εκατ. ευρώ όταν πέντε χρόνια νωρίτερα έφταναν το 1 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2007 έγιναν 148.125 αγοραπωλησίες ακινήτων, ενώ δύο χρόνια αργότερα, έχοντας ξεσπάσει η κρίση, τα νέα συμβόλαια δεν έφτασαν συνολικά ούτε στις 80.000. Αντίστοιχη «βουτιά» έκαναν και τα έσοδα του Δημοσίου από τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Το 2007 εισπράχθηκε 1 δισ. ευρώ, το 2008 περίπου 895 εκατ. ευρώ, περιορίστηκαν σε 603 εκατ. το 2009, σε 554 το 2010, σε 399 εκατ. το 2011, ενώ το περασμένο έτος τα έσοδα άγγιξαν τα 201 εκατ. ευρώ.
Είναι αδιανόητο επί τόσους μήνες να μην μπορεί το οικονομικό επιτελείο να διατυπώσει ένα υπεύθυνο, σταθερό και ξεκάθαρο φορολογικό πλαίσιο, καθώς και ένα δημιουργικό πρόγραμμα ανάπτυξης και ανασυγκρότησης, την ώρα που τα ταμεία του κράτους έχουν ανάγκη από διατηρήσιμα έσοδα και η οικονομία από ξένες επενδύσεις. Οι συνεχείς αλλαγές των φορολογικών νόμων μάλιστα καταδεικνύουν το πόσα λάθη γίνονται, τα οποία στη συνέχεια προσπαθούν να τα διορθώσουν. Η αγορά βοά και βαρυγκωμά για ένα πολιτικό προσωπικό που στερείται πρωτοποριακών ιδεών ανάπτυξης χωρίς χρήματα και για την κραυγαλέα απουσία εμπειρίας της πράξης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις είχαν καθηγητικές ή δημόσιες καριέρες αμειβόμενες από Δημόσιο χρήμα, χωρίς να εξεταστεί κατά τον διορισμό τους έστω εάν είχαν πετυχημένο ή μη επαγγελματικό παρελθόν.
Είναι σαφές ότι οι τομείς του Υπουργείου Οικονομικών θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν και να διασπαστούν σε διαφορετικά Υπουργεία, όπως για παράδειγμα το Υπουργείο Οικονομικών σε Υπ. Συντονισμού και Υπ. Φορολογίας, για την καλύτερη διαχείριση των κρίσιμων ζητημάτων που θα στηρίξουν την ανάκαμψη. Το Υπουργείο Φορολογίας να γίνει αυτόνομο συγχωνεύοντας το Υπουργείο Ανάπτυξης, ώστε να επιχειρηθεί με θεσμικά και φορολογικά μέτρα η ανάπτυξη. Σε αντίθετη περίπτωση τα τυχόν προγράμματα θα πέσουν στο κενό παραμένοντας "εκθέσεις ιδεών", όπως είναι βέβαιο ότι θα αποδειχθεί και πάλι, εάν αξιολογήσουμε τους συντάκτες του κειμένου που θα επιχειρήσουν και τους γνωρίζουμε, διότι τους λείπει η εμπειρία και η γνώση.
Είναι εμφανές ότι λείπει ένα μεγαλόπνοο, σοβαρό και δημιουργικό σχέδιο ανάπτυξης, συμπληρωματικό στο μνημόνιο που θα αντισταθμίζει τις αρνητικές συνέπειες των περικοπών και θα οδηγήσει την χώρα στην πολυπόθητη ανάκαμψη. Λείπει η ικανότητα δημιουργίας υψηλής προστιθέμενης αξίας από το παρόν πολιτικό προσωπικό με κατάλληλες ιδέες ανάπτυξης.
Aλεξάνδρα Τόμπρα
Δύο χρόνια όμως που οδηγούν στην απογοήτευση, καθώς ότι έχει παρουσιαστεί μέχρι τώρα δεν έχει ούτε απλοποιήσει τις διαδικασίες ούτε έχει καταμερίσει δικαιότερα τα φορολογικά βάρη.
Μιλώντας με ανθρώπους της αγοράς, η αίσθηση ότι οι άνθρωποι που νομοθετούν δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με τα φορολογικά είναι διάχυτη. Μάλιστα, όπως αναφέρει η μεγαλύτερη μερίδα εξ αυτών το έλλειμμα δημοκρατίας είναι εμφανές, αφού άλλους ψηφίζει ο ελληνικός λαός και άλλοι νομοθετούν, ενώ το έργο του οικονομικού επιτελείου περιορίζεται στο να εξασφαλίζει τις δόσεις των δανείων των επίσημων πιστωτών μας, με πλήρη υποταγή όμως στους όρους των, χωρίς δημιουργικό αναπτυξιακό πρόγραμμα ανασυγκρότησης.
Η νομοθέτηση σε φορολογικά θέματα από πρόσωπα που δεν προέρχονται από την αγορά και δεν έχουν ούτε τις φορολογικές γνώσεις από εργασιακή εμπειρία αποδεικνύεται επικίνδυνη για τη χώρα. Η ικανότητα αυτών των προσώπων σε θεωρητικά θέματα έστω και γειτονικά δεν επαρκεί.
Είναι εμφανές ότι η φορολογική ομάδα του Υπουργείου Οικονομικών έχει δυστυχώς αποτύχει να διαμορφώσει ένα δημιουργικό, σταθερό και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα, που να είναι και δίκαιο για τους φορολογούμενους και ελκυστικό για τους επενδυτές. Δεν μπορεί ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην υπουργός Οικονομικών, κ. Ευ. Βενιζέλος να προαναγγέλλει από το 2011 νέο φορολογικό σύστημα και να έχουμε εν έτη 2013 ένα πρόχειρο, γεμάτο λάθη και προχειρότητες, κείμενο που το χαρακτηρίζουν μάλιστα και «σύστημα». Αυτή η κατάσταση στοιχίζει στη χώρα πολύ ακριβά.
Πιο συγκεκριμένα, στο ζήτημα του ψηφισθέντος άρθρου 21 του ν. 4172/2013, οι εξωθεσμικοί σύμβουλοι του Υπουργού (Πρόεδρος και Νομικοί της ΕΛΤΕ), δεν μπήκαν καν στον κόπο να διαπιστώσουν ή και να ρωτήσουν την «τεχνική βοήθεια» εάν υπάρχει κάπου στον κόσμο κάποια παρόμοια πρόβλεψη που να αντιμετωπίζει ως επιτηδευματίες όσους πραγματοποιούν πάνω από τρεις συναλλαγές το εξάμηνο επί χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή σε μετοχές, ομόλογα και παράγωγα.
Με λίγα λόγια, ο μικροεπενδυτής θα πρέπει να προσέλθει στην αρμόδια ΔΟΥ και να προβεί σε έναρξη επαγγέλματος για την έκδοση των σχετικών βιβλίων και στοιχείων (!), κάτι που με τη σειρά του σημαίνει πως απαιτείται προ-εγγραφή σε αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα. Αν, δε, πρόκειται ήδη για ασφαλισμένο σε ΙΚΑ, τότε μπορεί να εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για τον κλάδο ζωής αλλά θα καταβάλλει εισφορές για τον κλάδο υγείας. Αν όμως πρόκειται για συνταξιούχο, τότε ανάλογα με τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγεται, είτε καταβάλλει εισφορές χωρίς κανένα αντίκρισμα στη σύνταξή του, είτε μειώνεται η σύνταξή του (για κάποιους ασφαλιστικούς οργανισμούς πάνω από ένα ορισμένο ποσό μειώνεται κατά 70%), είτε διακόπτεται τελείως η σύνταξη (!), απλώς και μόνο επειδή πραγματοποίησε τρεις συναλλαγές στο Χρηματιστήριο εντός εξαμήνου.
Χρειάστηκε να ξεκινήσει ένας μεγάλος αγώνας από τον υπογράφοντα και όλη την επενδυτική κοινότητα, με συλλογή αξιόπιστων στοιχείων και πληροφοριών, για να πειστούν οι «εμπνευστές» για την γκάφα στην οποία είχαν υποπέσει. Η συγκεκριμένη διάταξη που ψηφίσθηκε τον Ιούλιο πουθενά στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ δεν υφίσταται. Ζητήσαμε με δικό μας κόστος απασχόλησης από μεγάλες διεθνείς εταιρείες συμβούλων (KPMG, Ernst & Young, εξειδικευμένο δικηγορικό γραφείο Zepos & Yannopoulos, κλπ) να ερευνήσουν εάν και με ποιόν τρόπο υφίσταται αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο στην Ευρώπη. Η απάντηση που λάβαμε, από όλες τις παρόμοιες εταιρείες και που προσκομίσαμε στους αρμοδίους, είναι πως σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν υποχρεώνεται επενδυτής φυσικό πρόσωπο να χαρακτηρίζεται ως επιτηδευματίας, λόγω του αριθμού των επενδυτικών συναλλαγών του σε κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο. "Οι σκληροί διαπραγματευτές" γιατί δεν ζήτησαν με απλή ερώτηση από την "τεχνική βοήθεια" έγκαιρα απόδειξη για το αν και πού ισχύει;
Αυτή όμως δεν είναι η μόνη γκάφα των στελεχών του ΥΠΟΙΚ. Για τον υπολογισμό του φόρου υπεραξίας 15% έχουν προβλέψει (στον νόμο που ψηφίσθηκε) o συμψηφισμός κερδών-ζημιών να γίνεται ανά κατηγορία τίτλων (asset class), δηλαδή ο επενδυτής να υπολογίζει ξεχωριστά τα κέρδη ή τις ζημιές του για συναλλαγές σε μετοχές, ξεχωριστά για ομόλογα και επίσης ξεχωριστά για παράγωγα και αυτό να συνεχίζεται για κάθε χρόνο, αφού υπάρχει πρόβλεψη μεταφοράς τυχόν ζημιάς από συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια ενός έτους, σε επόμενα έτη επ’ αόριστον. Ο «ειδικός» εξωθεσμικός στο θέμα σύμβουλος του υπουργού δεν γνώριζε κατά τη συζήτησή μας ότι το 90% των κωδικών του ΧΑ είναι χαρτοφυλάκια κάτω των 10.000 ευρώ και επομένως το ενδεχόμενο swap σε τέτοια μικρά ποσά για αποφυγή της φορολογίας, όπως ισχυρίζετο, θα είναι αδύνατο!! Μάλιστα, τον φόρο υπεραξίας δεν θα τον πληρώσουν οι ξένοι καθώς και τα αμοιβαία κεφάλαια που φρόντισαν στην Κυβέρνηση πριν λίγους μήνες με νόμο στη Βουλή να διαχειρίζονται από ΑΕΔΑΚ πολύ υψηλών κεφαλαίων για να προωθηθεί το τραπεζικό ολιγοπώλιο. Δηλαδή πάνω από το 50% της αγοράς! Μόνο οι Έλληνες ιδιώτες, ενώ και επειδή αυτοεξυπηρετούνται στις συναλλαγές τους!! Επίσης θα διατηρηθεί ταυτόχρονα ο φόρος συναλλαγών παρόλο που πουθενά δεν ισχύουν διπλοί φόροι. Μάλιστα το κόστος φόρου συναλλαγών δεν θα αναγνωρίζεται!! Επομένως μπορεί να υπάρχει αλγεβρική πραγματική ζημία και ταυτόχρονο φορολογία του επενδυτή επί θεωρητικής πλαστής υπεραξίας!!
Όμως οι κύριοι σύμβουλοι του επιτελείου του κ. Στουρνάρα, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ανεπάρκεια τους δεν θεώρησαν ούτε χρήσιμο να ακούσουν τα στελέχη της κεφαλαιαγοράς (μεταξύ των οποίων ΣΜΕΧΑ, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ΕΧΑΕ, ΣΕΔ, κλπ) που έχουν αντιπροτείνει ένα πιο σαφές πλαίσιο, ότι δηλαδή το χαρτοφυλάκιο κάθε επενδυτή αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο από επιμέρους προϊόντα και επενδυτικές στρατηγικές και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται και φορολογικά. Εξάλλου, είναι γνωστό πως σε όλες τις κεφαλαιαγορές ανά τον κόσμο, ο συμψηφισμός κερδών και ζημιών γίνεται με έναν ενιαίο τρόπο (δηλαδή across asset classes) και όχι αποσπασματικά.
Σύγχυση επικρατεί και με τον τρόπο καταγραφής της τιμής κτήσης, βάσει της οποίας θα προκύψει και το κατά πόσο υπάρχει κέρδος ή ζημιά για έναν επενδυτή. Σύμφωνα με το νόμο, ως υπεραξία ή κεφαλαιακά κέρδη νοείται η διαφορά μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά και της τιμής που εισπράχθηκε με την πώληση, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων. Εφόσον, λοιπόν, η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης μιας μετοχής είναι θετική, αυτό θα αποτελεί εισόδημα για τον φορολογούμενο και θα φορολογείται με συντελεστή 15%. Ο φόρος συναλλαγών, όπως τα έξοδα, προμήθειες, κλπ. δεν θα υπολογίζεται στο κόστος κτήσης!!
Τι συμβαίνει όμως όταν η τιμή κτήσης δεν είναι γνωστή; Ο νομοθέτης επέλεξε πως σε περίπτωση που η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί, να θεωρείται μηδενική. Εάν, δηλαδή, ένας επενδυτής για διάφορους λόγους δεν μπορεί να βρει το πινακίδιο αγοράς κάποιας μετοχής και προχωρήσει στην πώλησή της μετά την 1/1/2014, τότε κινδυνεύει να φορολογηθεί για ποσό πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικό του κέρδος. Πρόκειται για εξαιρετικά πιθανό σενάριο, δεδομένου ότι υπάρχουν στο Χ.Α. υπάρχουν επενδυτές με συμμετοχές σε ιστορικές εταιρείες, όπως ο Τιτάνας ή η Εθνική Τράπεζα, που αποκτήθηκαν προ δεκαετιών...
Η ΕΧΑΕ με εμπεριστατωμένη μελέτη της που απέστειλε προς το Υπουργείο Οικονομικών όχι απλώς επεσήμανε τα ανωτέρω αλλά και αποδείκνυε τα ελάχιστα έως αρνητικά έσοδα για το Δημόσιο ταυτόχρονα με τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε η επιβολή του φόρου υπεραξίας στη ρευστότητα της Ελληνικής Κεφαλαιαγοράς, η οποία υστερεί σημαντικά έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών αγορών, σημειώνοντας μάλιστα ότι λόγω της μείωσης της παρεχόμενης ρευστότητας πανευρωπαϊκά, ακόμη και η επιβολή του FTT βρίσκεται σε φάση ουσιαστικής αναστολής. Άλλα αρνητικά σημεία που επεσήμανε η ΕΧΑΕ στη μελέτη της αφορούν την επιβάρυνση των φυσικών προσώπων - φορολογικών κατοίκων Ελλάδος με διπλή φορολογία (επί των συναλλαγών πώλησης και της αντίστοιχης υπεραξίας) κατά τις μεταβιβάσεις τίτλων, την κατ' ουσίαν τιμωρία της μακροπρόθεσμης επένδυσης καθώς ο φόρος υπεραξίας εφαρμόζεται ανεξάρτητα με τον χρόνο απόκτησης των μεταβιβαζόμενων τίτλων, αντί μόνο για τους τίτλους που αποκτώνται από την έναρξη ισχύος των σχετικών διατάξεων και μετά. Επίσης επεσήμανε τα διαδικαστικά προβλήματα εφαρμογής που θα επιβαρύνουν εν τέλει τη συναλλακτική δραστηριότητα Ελλήνων και ξένων επενδυτών στο ελληνικό Χρηματιστήριο με υπέρογκο διαχειριστικό κόστος επιπλέον του φορολογικού.
Η ΕΧΑΕ μάλιστα από κοινού με τους άλλους φορείς της αγοράς είχαν προτείνει την κατάργηση του φόρου υπεραξίας και την διατήρηση του φόρου επί των πωλήσεων με αύξηση του ποσοστού σε 0,30% και 0,03% για τις ενδοημερήσιες συναλλαγές. Με τον τρόπο αυτό τα έσοδα του Δημοσίου θα αυξάνονταν ενώ παράλληλα θα αυξανόταν και η κυκλοφοριακή ταχύτητα (velocity) της ελληνικής αγοράς. 'Ολα αυτά απορρίφθηκαν από πολιτικούς παράγοντες εκτός γνώσεων της αγοράς που κανένας προεκλογικά δεν είχε διανοηθεί ότι η νομοθετική τύχη της πατρίδας μας θα εξαρτάτο από εκείνους. Ας μας γίνει το πάθημα μάθημα.
Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική ούτε στο ζήτημα των διμερών φορολογικών συμφωνιών, με αυτήν των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να εκθέτει ανεπανόρθωτα διεθνώς τη χώρα μας και να αδικεί μια κατηγορία Ελλήνων πολιτών, μόνιμων κατοίκων ΗΑΕ. Μέχρι και ένας μη «ειδικευόμενος» επί των φορολογικών θεμάτων αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να φορολογούνται ως κάτοικοι Ελλάδος όσοι εργάζονται και διαμένουν πάνω από 183 ημέρες ετησίως με τις οικογένειές τους στα ΗΑΕ. Μοναδική εξαίρεση σε όλη την ΕΕ αφού, πέραν της αδικίας, αυξάνει το ελληνικό κόστος εξαγωγικών υπηρεσιών στην αλλοδαπή και το καθιστά μη ανταγωνιστικό κατά 35%-40%. Γκάφα που σωστά δεν υπήρξε σε αντίστοιχες συμβάσεις στο παρελθόν, από άλλη πολιτική ηγεσία, όπως αυτές με το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ και αποδεικνύουν περίτρανα το τραγικό λάθος, μόνο στην πρόσφατη περίπτωση των ΗΑΕ, που δεν είναι εύκολο εκ των υστέρων να διορθωθεί. Οι χειρισμοί φτάνουν στα όρια της επικινδυνότητας για την οικονομία τη στιγμή μάλιστα που τα περιθώρια επανόρθωσης είναι μηδενικά ή έστω πολύ περιορισμένα.
Ενδεχομένως να μπορεί να γίνει διόρθωση με ιδιαίτερη εγκύκλιο από τον ικανότατο ΓΓΔΕ εάν θεωρηθεί ότι υπάρχει γνωμοδότηση από τη Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων καθώς σε περίπτωση διαφοράς συμφωνίας με το εσωτερικό δίκαιο ισχύει το ευνοϊκότερο.
Ένα ακόμη αναγκαίο μέτρο είναι να εφαρμόσουμε την ευρωπαϊκή οδηγία περί ΑΕΔΑΚ που διαχειρίζεται Αμοιβαία Κεφάλαια (Α/Κ) με ελάχιστο ύψος κεφαλαίων 125.000-250.000 ευρώ, έναντι των 500.000 ευρώ κεφάλαιο που ψηφίστηκε από το παρόν οικονομικό επιτελείο (που αρχικά είχε προτείνει 1 εκατ. ευρώ) και απαιτείται τώρα στην Ελλάδα και δημιουργεί πρόσθετα τεχνικά εμπόδια ανάπτυξης. Ούτε μέτρα ανάπτυξης χωρίς δημοσιονομικό κόστος αδυνατούν οι Υπουργικοί σύμβουλοι να εφαρμόσουν. Υπάρχουν σημαντικά κεφάλαια στο εξωτερικό, τα οποία εάν ένα μικρό μέρος εισρεύσει στην Ελλάδα θα σχηματιστούν κρίσιμες επενδύσεις. Οι αρμόδιοι και εδώ αδρανούν, εάν δεν αγνοούν τη σημαντικότητα της ρύθμισης.
Μία ακόμη γκάφα του επιτελείου επί των φορολογικών αφορά η πρόβλεψη για την τιμή κτήσης του ακινήτου. Ο νόμος λέει ότι αν ο πωλητής δεν μπορεί να προσδιορίσει την τιμή κτήσης αυτή θα θεωρείται ότι είναι μηδενική. Επομένως, ο φόρος υπεραξίας θα υπολογιστεί για το σύνολο του ποσού που θα αναγράφεται στο συμβόλαιο πώλησης, δηλαδή από το πρώτο ευρώ.
Για παράδειγμα, αν ένα ακίνητο πουληθεί 100.000 ευρώ και ο ιδιοκτήτης δεν δηλώσει την τιμή κτήσης τότε ο φόρος 15% θα επιβληθεί επί του συνολικού ποσού, επομένως το κράτος θα του πάρει 15.000 ευρώ! Άνθρωποι που γνωρίζουν την οικοδομή και την κτηματαγορά επισημαίνουν ότι υπάρχουν πάρα πολλές τέτοιες περιπτώσεις όπου οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να αποδείξουν την τιμή κτήσης. Για παράδειγμα υπάρχουν πολίτες που αγόρασαν ένα οικόπεδο, έκτισαν σπίτι αλλά δεν κράτησαν τα τιμολόγια που αποδεικνύουν το κόστος ανέγερσης του ακινήτου. Έτσι, αν το οικόπεδο μαζί με το κτίσμα πουληθεί 300.000 ευρώ και μόνο για το οικόπεδο δηλωθεί κόστος κτήσης 100.000 ευρώ, ο ιδιοκτήτης θα επιβαρυνθεί με φόρο 15% για τα υπόλοιπα 200.000 ευρώ, επομένως θα πληρώσει 30.000 ευρώ. Η παραπάνω περίπτωση αφορά κυρίως ακίνητα στην επαρχία όπου πολλές φορές κτίζονται ακίνητα επί οικοπέδων χωρίς να κρατούν οι ιδιοκτήτες τα παραστατικά για το κόστος ανέγερσης. Επίσης, πώς θα μπορέσει να προσδιοριστεί το κόστος κτήσης για ακίνητα σε χωριά που ανακαινίστηκαν και πωλούνται;
Το ίδιο θα συμβεί και στις περιπτώσεις των κληρονομιών. Αν δηλαδή κάποιος πολίτης κληρονομήσει από την οικογένειά του ένα ακίνητο και το πουλήσει χωρίς να έχει στοιχεία για το κόστος κτήσης, τότε θα επιβαρυνθεί με υψηλό φόρο υπεραξίας. Μάλιστα, σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί και η νέα παράδοξη «έμπνευση» των νομοθετών του παρελθόντος, που δεν επιλύει όμως η σημερινή ηγεσία, που προέβλεψαν ότι όσοι δεν πουλούν τα ακίνητα που κατασκεύασαν θα πληρώνουν 23% το ΦΠΑ και θα το παίρνουν οι ίδιοι!
Με δεδομένη την καθίζηση των τιμών την τελευταία πενταετία, ο φόρος υπεραξίας εκτιμάται πως θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις, ενώ ελάχιστη θεωρείται από αρμόδιους παράγοντες η συμβολή της μείωσης του φόρου μεταβίβασης στην αναθέρμανση της αγοράς, δεδομένου ότι είναι πρακτικά «νεκρή». Το περασμένο έτος τα έσοδα από μεταβιβάσεις ακινήτων ήταν μόλις 201 εκατ. ευρώ όταν πέντε χρόνια νωρίτερα έφταναν το 1 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2007 έγιναν 148.125 αγοραπωλησίες ακινήτων, ενώ δύο χρόνια αργότερα, έχοντας ξεσπάσει η κρίση, τα νέα συμβόλαια δεν έφτασαν συνολικά ούτε στις 80.000. Αντίστοιχη «βουτιά» έκαναν και τα έσοδα του Δημοσίου από τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Το 2007 εισπράχθηκε 1 δισ. ευρώ, το 2008 περίπου 895 εκατ. ευρώ, περιορίστηκαν σε 603 εκατ. το 2009, σε 554 το 2010, σε 399 εκατ. το 2011, ενώ το περασμένο έτος τα έσοδα άγγιξαν τα 201 εκατ. ευρώ.
Είναι αδιανόητο επί τόσους μήνες να μην μπορεί το οικονομικό επιτελείο να διατυπώσει ένα υπεύθυνο, σταθερό και ξεκάθαρο φορολογικό πλαίσιο, καθώς και ένα δημιουργικό πρόγραμμα ανάπτυξης και ανασυγκρότησης, την ώρα που τα ταμεία του κράτους έχουν ανάγκη από διατηρήσιμα έσοδα και η οικονομία από ξένες επενδύσεις. Οι συνεχείς αλλαγές των φορολογικών νόμων μάλιστα καταδεικνύουν το πόσα λάθη γίνονται, τα οποία στη συνέχεια προσπαθούν να τα διορθώσουν. Η αγορά βοά και βαρυγκωμά για ένα πολιτικό προσωπικό που στερείται πρωτοποριακών ιδεών ανάπτυξης χωρίς χρήματα και για την κραυγαλέα απουσία εμπειρίας της πράξης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις είχαν καθηγητικές ή δημόσιες καριέρες αμειβόμενες από Δημόσιο χρήμα, χωρίς να εξεταστεί κατά τον διορισμό τους έστω εάν είχαν πετυχημένο ή μη επαγγελματικό παρελθόν.
Είναι σαφές ότι οι τομείς του Υπουργείου Οικονομικών θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν και να διασπαστούν σε διαφορετικά Υπουργεία, όπως για παράδειγμα το Υπουργείο Οικονομικών σε Υπ. Συντονισμού και Υπ. Φορολογίας, για την καλύτερη διαχείριση των κρίσιμων ζητημάτων που θα στηρίξουν την ανάκαμψη. Το Υπουργείο Φορολογίας να γίνει αυτόνομο συγχωνεύοντας το Υπουργείο Ανάπτυξης, ώστε να επιχειρηθεί με θεσμικά και φορολογικά μέτρα η ανάπτυξη. Σε αντίθετη περίπτωση τα τυχόν προγράμματα θα πέσουν στο κενό παραμένοντας "εκθέσεις ιδεών", όπως είναι βέβαιο ότι θα αποδειχθεί και πάλι, εάν αξιολογήσουμε τους συντάκτες του κειμένου που θα επιχειρήσουν και τους γνωρίζουμε, διότι τους λείπει η εμπειρία και η γνώση.
Είναι εμφανές ότι λείπει ένα μεγαλόπνοο, σοβαρό και δημιουργικό σχέδιο ανάπτυξης, συμπληρωματικό στο μνημόνιο που θα αντισταθμίζει τις αρνητικές συνέπειες των περικοπών και θα οδηγήσει την χώρα στην πολυπόθητη ανάκαμψη. Λείπει η ικανότητα δημιουργίας υψηλής προστιθέμενης αξίας από το παρόν πολιτικό προσωπικό με κατάλληλες ιδέες ανάπτυξης.
Aλεξάνδρα Τόμπρα
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση