Αλέξης Παπαχελάς O Δημήτρης Καραϊτίδης, πρέσβης ε.τ., ήταν σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και διευθυντής στο διπλωματικό του γραφείο. Την ...

Αλέξης Παπαχελάς
O Δημήτρης Καραϊτίδης, πρέσβης ε.τ., ήταν σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και διευθυντής στο διπλωματικό του γραφείο. Την ίδια θέση διατήρησε και επί κυβερνήσεως Σημίτη, και γι’ αυτό ήταν παρών στις κρίσιμες συσκέψεις που καθόρισαν τα γεγονότα την περίοδο της κρίσης των Ιμίων
Η σύσκεψη προ της συσκέψεως
Το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου, ο Καραϊτίδης βρισκόταν στο γραφείο του στο Υπουργείο Εξωτερικών, όταν δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον Σημίτη, ο οποίος του ζητούσε να συναντηθούν στο πρωθυπουργικό γραφείο στη Βουλή. Όταν έφτασε, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης βρισκόταν ήδη εκεί και συνομιλούσε με τον Σημίτη. Κάποια στιγμή ζητούν από τον Καραϊτίδη να περάσει στην αίθουσα όπου συσκέπτονταν. «Ο πρωθυπουργός τόνιζε ότι θα έπρεπε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε ο χώρος των Ιμίων να είναι ασφαλής και να αποκλειστεί οποιαδήποτε απρόοπτη εξέλιξη που θα έφερνε την ελληνική πλευρά σε δύσκολη θέση. Μου έκανε ισχυρή εντύπωση η συζήτηση, διότι η αντίδραση του Λυμπέρη ήταν ότι έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα και ότι η Μεγάλη Ίμια ήταν απολύτως ασφαλής και δεν χρειάζονταν άλλα μέτρα. Ο πρωθυπουργός τού απήντησε ότι δεν τον ενδιαφέρει μόνο η Μεγάλη Ίμια, αλλά και η Μικρή, και το ετόνιζε αυτό. Η απάντηση του αρχηγού ήταν ότι έχουμε λάβει μέτρα στη Μεγάλη Ίμια, και αυτά νομίζουμε ότι είναι επαρκή. Έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρχε διαφορά εκτίμησης ως προς τα αναγκαία μέτρα».
Κλίμα δυσαρμονίας
Η σύσκεψη των Σημίτη, Λυμπέρη και Καραϊτίδη μεταφέρεται σε μια άλλη αίθουσα, όπου καταφθάνουν και διάφοροι υπουργοί. Ο Λυμπέρης ως Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ενημερώνει τους παρευρισκόμενους για την εξέλιξη της κατάστασης. Εκείνο το βράδυ, όμως, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το ιδιόμορφο, όπως θυμάται ο Καραϊτίδης. «Όλοι είχαμε την αίσθηση ότι θα μπορούσε από στιγμή σε στιγμή, είτε από παρεξήγηση είτε από τυχόν επικράτηση θερμοκέφαλων ή φιλοπόλεμων στοιχείων, να υπάρξει σύγκρουση. Σε αυτή, λοιπόν, τη συνθήκη, είχε πολύ μεγάλη σημασία η κάθε φράση και η κάθε μικρή έστω συζήτηση που γινόταν. Από την πλευρά της κυβέρνησης, εκείνος που χειριζόταν το θέμα, συνεχώς, ήταν ο Σημίτης. Υπήρχαν μικρές παρεμβολές άλλων υπουργών, που ήταν απολύτως υποστηρικτικές της γραμμής του πρωθυπουργού. Εν τούτοις, ήταν φανερό ότι μεταξύ του πρωθυπουργού και του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ υπήρχε δυσκολία συνεννόησης. Πολλές φορές, ο Σημίτης αναγκαζόταν να επαναλαμβάνει ερωτήσεις γιατί δεν κατανοούσε ή, μάλλον, δεν έκρινε επαρκείς τις απαντήσεις. Και πολλές φορές, επίσης, ο Αρχηγός έδινε εξηγήσεις, συναισθανόμενος ίσως ότι χρειάζονταν οι περαιτέρω εξηγήσεις για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις του. Αυτό το κλίμα της δυσαρμονίας ήταν κυρίαρχο».
Το φιάσκο των κανόνων εμπλοκής
Το κλίμα δυσαρμονίας μεταξύ Σημίτη και Αρσένη εκδηλωνόταν και σε ένα άλλο επίπεδο. Ο Λυμπέρης ζητούσε επίμονα κανόνες εμπλοκής. Ο Καραϊτίδης εξηγεί τη δυσκολία που αντιμετώπιζαν οι συμμετέχοντες. «Η έννοια των κανόνων εμπλοκής δεν ήταν πάρα πολύ σαφής, όχι μόνο για τον πρωθυπουργό, αλλά και για τους υπόλοιπους υπουργούς που ήταν στη σύσκεψη. Προφανώς, οι Ένοπλες Δυνάμεις ζητούσαν λεπτομερέστερες οδηγίες. Οι λεπτομερέστερες οδηγίες στη σκέψη των συμμετεχόντων ήταν θέμα στρατιωτικής ειδίκευσης, που δεν την είχαν».
Το θρίλερ του εντοπισμού
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, φτάνει μια πληροφορία από το Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα. Με βάση τις μεταδόσεις των τουρκικών μέσων ενημέρωσης, Τούρκοι κομάντος είχαν αποβιβαστεί στη Μικρή Ίμια. Το ελικόπτερο Agusta Bell του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο ανέλαβε την αποστολή εντοπισμού, επιβεβαιώνει την είδηση αυτή. Ωστόσο, αμέσως αρχίζει ένα θρίλερ για τον εντοπισμό του, επειδή δεν είχε επιβεβαιωθεί ότι επέστρεψε στη βάση του. «Με πολύ μεγάλη θλίψη, θα σας έλεγα, καταλάβαμε ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί στο ελικόπτερο. Δεν υπήρχε επιβεβαίωση. Το χειρότερο όμως είναι ότι, όταν τελείωσε η σύσκεψη, δεν είχαμε τη βεβαίωση ότι το ελικόπτερο είχε καταπέσει. Αυτό το πληροφορηθήκαμε, εκ των υστέρων, από τις εκπομπές των ραδιοφωνικών σταθμών. Ήταν μια πολύ σκληρή εμπειρία, ίσως η σκληρότερη που έχω ζήσει και στην επαγγελματική μου πορεία. Η όλη εικόνα παρέπεμπε σε μια προσπάθεια που δεν απέδιδε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Με καλύτερους όρους συνεννόησης, ίσως και οργάνωσης, θα είχαμε καλύτερο αποτέλεσμα και δεν θα φτάναμε σε τέτοια δραματική κορύφωση».
Η σιωπή του Αρσένη και η έκρηξη του Πάγκαλου
«Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης φαινόταν να αρκείται στις απαντήσεις που έδινε ο Λυμπέρης. Ερωτηθείς τρεις-τέσσερις φορές αν είχε κάτι να συμπληρώσει ή κάτι να διευκρινίσει ή κάποια ιδέα να διατυπώσει, απαντούσε επαναλαμβάνοντας την εμπιστοσύνη του προς τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ. Όλο το βάρος της σχετικής συζήτησης το είχε ο Σημίτης, με συχνές παρεμβολές σε θυμοειδή τόνο από την πλευρά του Πάγκαλου, ο οποίος εξερράγη στη διάρκεια της συζήτησης. Είχε κυκλοφορήσει μια σχετική φράση, όταν δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί αν υπήρχαν ή όχι Τούρκοι στα νησιά, και πόσο χρόνο χρειαζόμασταν για να στείλουμε ένα άλλο απόσπασμα, ότι αυτά δεν είναι στρατά, αυτά είναι κάτι άλλο, πολύ χειρότερο, με έναν όρο ομοιοκατάληκτο, που δεν θα ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιήσω, αλλά μπορεί κανείς να τον φανταστεί».
Το μυστήριο της σημαίας και μια παρ’ ολίγον παραίτηση
«Στη διάρκεια αυτής της σύσκεψης υπήρξαν και τρεις-τέσσερις επικοινωνίες του Πάγκαλου με τον υφυπουργό Εξωτερικών της Αμερικής, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Ο Γουόρεν Κρίστοφερ, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, είχε ήδη πει στον Πάγκαλο πως, επειδή θα έφευγε σε ταξίδι, οι επόμενες επαφές θα γίνονταν με τον Χόλμπρουκ. Αυτές οι επαφές του Πάγκαλου γίνονταν σε άλλον χώρο. Ο Πάγκαλος έβγαινε από τον χώρο της σύσκεψης, μιλούσε με τον Αμερικανό και επιστρέφοντας ενημέρωνε επί των διαμειφθέντων.
»Η εικόνα που μετέφερε ο Πάγκαλος ήταν ότι ο Χόλμπρουκ ήθελε να μειωθεί οπωσδήποτε η κρίση, να αποτραπεί με κάθε τρόπο η σύγκρουση και προσφερόταν να μεσολαβήσει για να επισπευσθεί το αποτέλεσμα. Τότε ετέθη από τον Χόλμπρουκ και το θέμα της αμοιβαίας αποχώρησης των στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή, με τη γνωστή φράση “όχι σκάφη, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες”. Ο Πάγκαλος έλεγε ότι σε αυτές τις παρατηρήσεις του Χόλμπρουκ, επαναλάμβανε πως η Ελλάδα διατηρεί κυριαρχικό δικαίωμα επί των νησιών αυτών, και δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση η αποχώρηση να θεωρηθεί ότι συνιστά παραίτηση ή υποχώρηση από αυτό το δικαίωμα. Και τόνιζε τον όρο του status quo ante, που, όπως έλεγε, είχε γίνει αποδεκτός και από την πλευρά του Χόλμπρουκ.
»Το θέμα των σημαιών ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο. Ο Πάγκαλος είπε πως δεν του ζητήθηκε ρητά και επίμονα να φύγει και η σημαία. Απέφευγε το θέμα της σημαίας, επαναλαμβάνοντας αυτά που άκουγε από τον Χόλμπρουκ, και έλεγε: “Ναι, δεν θα υπάρχουν σκάφη, δεν θα υπάρχουν στρατιώτες, αφού θα αποχωρήσουν τα στρατεύματα, γιατί μας απασχολεί το θέμα της σημαίας;” Εγώ, τουλάχιστον, δεν τον άκουσα να λέει: “Συμφωνώ ότι θα αποσυρθεί και η σημαία”. “Και στο κάτω-κάτω της γραφής”, προσέθετε ο Πάγκαλος, “τη σημαία μπορεί να την είχε πάρει και ο άνεμος με την κακοκαιρία που υπήρχε, και να μην ετίθετο το θέμα οικειοθελούς απομάκρυνσής της από δικής μας πλευράς”. Ο Πάγκαλος υποστήριζε ότι στην τελευταία τηλεφωνική του συζήτηση με τον Χόλμπρουκ το θέμα της σημαίας δεν ετέθη, ειδικά από ελληνικής πλευράς, ενώ ο Χόλμπρουκ τού είχε πει ότι οι Τούρκοι δέχθηκαν και την απομάκρυνση της δικής τους σημαίας.
»Όπως μαθεύτηκε αργότερα, όταν συγκλήθηκε το ΚΥΣΕΑ, ο πρωθυπουργός είχε πληροφορηθεί ότι η σημαία ήταν μια επίσημη σημαία του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Και ετέθη στον Λυμπέρη το ερώτημα πώς τοποθετήθηκε αυτή η σημαία. Δόθηκε εντολή να πάει απόσπασμα και να τοποθετήσει πολεμική σημαία ή επρόκειτο για απλή σημαία που κάποιος είχε τοποθετήσει; Ο Λυμπέρης είπε: “Δεν μου είναι εύκολο να απαντήσω”. Μα πώς δεν σου είναι εύκολο να απαντήσεις; Κάποιος εξετέλεσε εντολή και πήγε η σημαία; Γιατί πήγε η σημαία; Τελικά είπε: “Έλαβα εντολές”. Τότε ετέθη το ερώτημα στον παριστάμενο υπουργό Άμυνας, τον Αρσένη, εάν έδωσε τέτοια εντολή. Ο Αρσένης είπε: “Εγώ είχα ζητήσει να μην υπάρξει σημαία ή, μάλλον, να μη δεσμευθούμε με την τοποθέτηση σημαίας. Δεν είχα εγκρίνει και την τοποθέτηση σημαίας του Ναυτικού”. Μείναμε με την αίσθηση ότι ήταν ένα σημείο που έφερνε και τους δύο σε δύσκολη θέση.
»Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό και με το βαρύ κλίμα που είχε δημιουργηθεί από την προ ολίγων ημερών σύσκεψη, ώθησε τότε τον Σημίτη να πει ευθέως στον παριστάμενο Αρχηγό ότι ζητάει την παραίτησή του. Η απάντηση του Λυμπέρη ήταν ότι αρνείται να παραιτηθεί. Μάλιστα, επειδή η απάντηση αυτή δόθηκε αμέσως, ο πρωθυπουργός διέκοψε για ένα δεκάλεπτο τη συνάντηση, χωρίς να φύγουν τα υπόλοιπα μέλη, και πήγε με τον Λυμπέρη σε ένα άλλο σημείο της αίθουσας, όπου συζήτησαν για κάποιο διάστημα.
»Όταν επέστρεψαν, ο Λυμπέρης επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο να παραιτηθεί. Ο Σημίτης δήλωνε ότι η παραίτηση εζητείτο όχι διότι θεωρήθη ανεπαρκής ο ναύαρχος ή διότι δεν έμενε ικανοποιημένος από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Δεν ήθελε να θίξει το γόητρο των Ενόπλων Δυνάμεων. Ήταν σαφές, όμως, ότι ήθελε να εκκαθαρίσει το πεδίο».
Το ξέσπασμα του Σημίτη
Το τεταμένο κλίμα της σύσκεψης φαίνεται πως επηρέασε και τον πρωθυπουργό. «Πράγματι, ο Σημίτης είχε ένα πολύ έντονο ξέσπασμα, το οποίο αιφνιδίασε και τους παρευρισκόμενους, γιατί, όπως ξέρετε, ο Σημίτης ήταν ένας άνθρωπος με αυτοέλεγχο, ψύχραιμος, ολιγόλογος, ακόμα και όταν καταλάβαινες ότι θύμωνε, φρόντιζε ο θυμός να μην εξωτερικεύεται. Την είδηση της ύπαρξης Τούρκων κομάντος στα Ίμια την αντιμετώπισε με χαρακτηρισμούς που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν προσβλητικοί χαρακτηρισμοί προς τον Λυμπέρη, ήταν προς την κατάσταση. Χτύπησε το χέρι του δυο-τρεις φορές πάνω στο τραπέζι και αντέδρασε με πολύ έντονες εκφράσεις, που, υπό άλλες συνθήκες, αν μας έλεγε κανείς ότι ελέχθησαν από τον Σημίτη, δεν θα το πιστεύαμε.
»Ετέθη το πολύ εύλογο ερώτημα στον Λυμπέρη: “Μα πώς έφτασαν οι κομάντος, αφού είχαμε πει ότι έπρεπε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα;” Και μάλιστα έλεγε ο Σημίτης: “Σας ετόνισα ότι έπρεπε να ληφθούν σε όλο τον χώρο και όχι μόνο σε ένα τμήμα”. Η απάντηση ήταν: “Δεν έλαβα ποτέ τέτοιες οδηγίες”. Ο Λυμπέρης θεώρησε ότι τα μέτρα που είχε λάβει ήταν επαρκή.
»Ομολογώ ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης η αίσθηση ότι επίκειται μια κρίση σοβαρή, δηλαδή μια κρίση ένοπλη, ήταν ακόμα πιο έντονη. Και πλέον είχε αρχίσει να γίνεται μια ανάλυση στη σκέψη όλων πώς θα εξελισσόταν αυτή η κρίση και ποια θα ήταν τα νέα δεδομένα που θα προκαλούσε; Ήταν πολύ βαριά ατμόσφαιρα, με έντονη ανησυχία. Για μένα είναι μια στιγμή που έχει μείνει στο μυαλό μου. Εκεί αισθάνθηκα οδύνη και σαν διπλωματικός, αλλά και σαν Έλληνας πολίτης. Με πλήγωσε πολύ».
Η σύσκεψη προ της συσκέψεως
Το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου, ο Καραϊτίδης βρισκόταν στο γραφείο του στο Υπουργείο Εξωτερικών, όταν δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον Σημίτη, ο οποίος του ζητούσε να συναντηθούν στο πρωθυπουργικό γραφείο στη Βουλή. Όταν έφτασε, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Λυμπέρης βρισκόταν ήδη εκεί και συνομιλούσε με τον Σημίτη. Κάποια στιγμή ζητούν από τον Καραϊτίδη να περάσει στην αίθουσα όπου συσκέπτονταν. «Ο πρωθυπουργός τόνιζε ότι θα έπρεπε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε ο χώρος των Ιμίων να είναι ασφαλής και να αποκλειστεί οποιαδήποτε απρόοπτη εξέλιξη που θα έφερνε την ελληνική πλευρά σε δύσκολη θέση. Μου έκανε ισχυρή εντύπωση η συζήτηση, διότι η αντίδραση του Λυμπέρη ήταν ότι έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα και ότι η Μεγάλη Ίμια ήταν απολύτως ασφαλής και δεν χρειάζονταν άλλα μέτρα. Ο πρωθυπουργός τού απήντησε ότι δεν τον ενδιαφέρει μόνο η Μεγάλη Ίμια, αλλά και η Μικρή, και το ετόνιζε αυτό. Η απάντηση του αρχηγού ήταν ότι έχουμε λάβει μέτρα στη Μεγάλη Ίμια, και αυτά νομίζουμε ότι είναι επαρκή. Έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρχε διαφορά εκτίμησης ως προς τα αναγκαία μέτρα».
Κλίμα δυσαρμονίας
Η σύσκεψη των Σημίτη, Λυμπέρη και Καραϊτίδη μεταφέρεται σε μια άλλη αίθουσα, όπου καταφθάνουν και διάφοροι υπουργοί. Ο Λυμπέρης ως Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ενημερώνει τους παρευρισκόμενους για την εξέλιξη της κατάστασης. Εκείνο το βράδυ, όμως, η ατμόσφαιρα είχε κάτι το ιδιόμορφο, όπως θυμάται ο Καραϊτίδης. «Όλοι είχαμε την αίσθηση ότι θα μπορούσε από στιγμή σε στιγμή, είτε από παρεξήγηση είτε από τυχόν επικράτηση θερμοκέφαλων ή φιλοπόλεμων στοιχείων, να υπάρξει σύγκρουση. Σε αυτή, λοιπόν, τη συνθήκη, είχε πολύ μεγάλη σημασία η κάθε φράση και η κάθε μικρή έστω συζήτηση που γινόταν. Από την πλευρά της κυβέρνησης, εκείνος που χειριζόταν το θέμα, συνεχώς, ήταν ο Σημίτης. Υπήρχαν μικρές παρεμβολές άλλων υπουργών, που ήταν απολύτως υποστηρικτικές της γραμμής του πρωθυπουργού. Εν τούτοις, ήταν φανερό ότι μεταξύ του πρωθυπουργού και του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ υπήρχε δυσκολία συνεννόησης. Πολλές φορές, ο Σημίτης αναγκαζόταν να επαναλαμβάνει ερωτήσεις γιατί δεν κατανοούσε ή, μάλλον, δεν έκρινε επαρκείς τις απαντήσεις. Και πολλές φορές, επίσης, ο Αρχηγός έδινε εξηγήσεις, συναισθανόμενος ίσως ότι χρειάζονταν οι περαιτέρω εξηγήσεις για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις του. Αυτό το κλίμα της δυσαρμονίας ήταν κυρίαρχο».
Το φιάσκο των κανόνων εμπλοκής
Το κλίμα δυσαρμονίας μεταξύ Σημίτη και Αρσένη εκδηλωνόταν και σε ένα άλλο επίπεδο. Ο Λυμπέρης ζητούσε επίμονα κανόνες εμπλοκής. Ο Καραϊτίδης εξηγεί τη δυσκολία που αντιμετώπιζαν οι συμμετέχοντες. «Η έννοια των κανόνων εμπλοκής δεν ήταν πάρα πολύ σαφής, όχι μόνο για τον πρωθυπουργό, αλλά και για τους υπόλοιπους υπουργούς που ήταν στη σύσκεψη. Προφανώς, οι Ένοπλες Δυνάμεις ζητούσαν λεπτομερέστερες οδηγίες. Οι λεπτομερέστερες οδηγίες στη σκέψη των συμμετεχόντων ήταν θέμα στρατιωτικής ειδίκευσης, που δεν την είχαν».
Το θρίλερ του εντοπισμού
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, φτάνει μια πληροφορία από το Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα. Με βάση τις μεταδόσεις των τουρκικών μέσων ενημέρωσης, Τούρκοι κομάντος είχαν αποβιβαστεί στη Μικρή Ίμια. Το ελικόπτερο Agusta Bell του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο ανέλαβε την αποστολή εντοπισμού, επιβεβαιώνει την είδηση αυτή. Ωστόσο, αμέσως αρχίζει ένα θρίλερ για τον εντοπισμό του, επειδή δεν είχε επιβεβαιωθεί ότι επέστρεψε στη βάση του. «Με πολύ μεγάλη θλίψη, θα σας έλεγα, καταλάβαμε ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί στο ελικόπτερο. Δεν υπήρχε επιβεβαίωση. Το χειρότερο όμως είναι ότι, όταν τελείωσε η σύσκεψη, δεν είχαμε τη βεβαίωση ότι το ελικόπτερο είχε καταπέσει. Αυτό το πληροφορηθήκαμε, εκ των υστέρων, από τις εκπομπές των ραδιοφωνικών σταθμών. Ήταν μια πολύ σκληρή εμπειρία, ίσως η σκληρότερη που έχω ζήσει και στην επαγγελματική μου πορεία. Η όλη εικόνα παρέπεμπε σε μια προσπάθεια που δεν απέδιδε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Με καλύτερους όρους συνεννόησης, ίσως και οργάνωσης, θα είχαμε καλύτερο αποτέλεσμα και δεν θα φτάναμε σε τέτοια δραματική κορύφωση».
Η σιωπή του Αρσένη και η έκρηξη του Πάγκαλου
«Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης φαινόταν να αρκείται στις απαντήσεις που έδινε ο Λυμπέρης. Ερωτηθείς τρεις-τέσσερις φορές αν είχε κάτι να συμπληρώσει ή κάτι να διευκρινίσει ή κάποια ιδέα να διατυπώσει, απαντούσε επαναλαμβάνοντας την εμπιστοσύνη του προς τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ. Όλο το βάρος της σχετικής συζήτησης το είχε ο Σημίτης, με συχνές παρεμβολές σε θυμοειδή τόνο από την πλευρά του Πάγκαλου, ο οποίος εξερράγη στη διάρκεια της συζήτησης. Είχε κυκλοφορήσει μια σχετική φράση, όταν δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί αν υπήρχαν ή όχι Τούρκοι στα νησιά, και πόσο χρόνο χρειαζόμασταν για να στείλουμε ένα άλλο απόσπασμα, ότι αυτά δεν είναι στρατά, αυτά είναι κάτι άλλο, πολύ χειρότερο, με έναν όρο ομοιοκατάληκτο, που δεν θα ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιήσω, αλλά μπορεί κανείς να τον φανταστεί».
Το μυστήριο της σημαίας και μια παρ’ ολίγον παραίτηση
«Στη διάρκεια αυτής της σύσκεψης υπήρξαν και τρεις-τέσσερις επικοινωνίες του Πάγκαλου με τον υφυπουργό Εξωτερικών της Αμερικής, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Ο Γουόρεν Κρίστοφερ, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, είχε ήδη πει στον Πάγκαλο πως, επειδή θα έφευγε σε ταξίδι, οι επόμενες επαφές θα γίνονταν με τον Χόλμπρουκ. Αυτές οι επαφές του Πάγκαλου γίνονταν σε άλλον χώρο. Ο Πάγκαλος έβγαινε από τον χώρο της σύσκεψης, μιλούσε με τον Αμερικανό και επιστρέφοντας ενημέρωνε επί των διαμειφθέντων.
»Η εικόνα που μετέφερε ο Πάγκαλος ήταν ότι ο Χόλμπρουκ ήθελε να μειωθεί οπωσδήποτε η κρίση, να αποτραπεί με κάθε τρόπο η σύγκρουση και προσφερόταν να μεσολαβήσει για να επισπευσθεί το αποτέλεσμα. Τότε ετέθη από τον Χόλμπρουκ και το θέμα της αμοιβαίας αποχώρησης των στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή, με τη γνωστή φράση “όχι σκάφη, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες”. Ο Πάγκαλος έλεγε ότι σε αυτές τις παρατηρήσεις του Χόλμπρουκ, επαναλάμβανε πως η Ελλάδα διατηρεί κυριαρχικό δικαίωμα επί των νησιών αυτών, και δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση η αποχώρηση να θεωρηθεί ότι συνιστά παραίτηση ή υποχώρηση από αυτό το δικαίωμα. Και τόνιζε τον όρο του status quo ante, που, όπως έλεγε, είχε γίνει αποδεκτός και από την πλευρά του Χόλμπρουκ.
»Το θέμα των σημαιών ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο. Ο Πάγκαλος είπε πως δεν του ζητήθηκε ρητά και επίμονα να φύγει και η σημαία. Απέφευγε το θέμα της σημαίας, επαναλαμβάνοντας αυτά που άκουγε από τον Χόλμπρουκ, και έλεγε: “Ναι, δεν θα υπάρχουν σκάφη, δεν θα υπάρχουν στρατιώτες, αφού θα αποχωρήσουν τα στρατεύματα, γιατί μας απασχολεί το θέμα της σημαίας;” Εγώ, τουλάχιστον, δεν τον άκουσα να λέει: “Συμφωνώ ότι θα αποσυρθεί και η σημαία”. “Και στο κάτω-κάτω της γραφής”, προσέθετε ο Πάγκαλος, “τη σημαία μπορεί να την είχε πάρει και ο άνεμος με την κακοκαιρία που υπήρχε, και να μην ετίθετο το θέμα οικειοθελούς απομάκρυνσής της από δικής μας πλευράς”. Ο Πάγκαλος υποστήριζε ότι στην τελευταία τηλεφωνική του συζήτηση με τον Χόλμπρουκ το θέμα της σημαίας δεν ετέθη, ειδικά από ελληνικής πλευράς, ενώ ο Χόλμπρουκ τού είχε πει ότι οι Τούρκοι δέχθηκαν και την απομάκρυνση της δικής τους σημαίας.
»Όπως μαθεύτηκε αργότερα, όταν συγκλήθηκε το ΚΥΣΕΑ, ο πρωθυπουργός είχε πληροφορηθεί ότι η σημαία ήταν μια επίσημη σημαία του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Και ετέθη στον Λυμπέρη το ερώτημα πώς τοποθετήθηκε αυτή η σημαία. Δόθηκε εντολή να πάει απόσπασμα και να τοποθετήσει πολεμική σημαία ή επρόκειτο για απλή σημαία που κάποιος είχε τοποθετήσει; Ο Λυμπέρης είπε: “Δεν μου είναι εύκολο να απαντήσω”. Μα πώς δεν σου είναι εύκολο να απαντήσεις; Κάποιος εξετέλεσε εντολή και πήγε η σημαία; Γιατί πήγε η σημαία; Τελικά είπε: “Έλαβα εντολές”. Τότε ετέθη το ερώτημα στον παριστάμενο υπουργό Άμυνας, τον Αρσένη, εάν έδωσε τέτοια εντολή. Ο Αρσένης είπε: “Εγώ είχα ζητήσει να μην υπάρξει σημαία ή, μάλλον, να μη δεσμευθούμε με την τοποθέτηση σημαίας. Δεν είχα εγκρίνει και την τοποθέτηση σημαίας του Ναυτικού”. Μείναμε με την αίσθηση ότι ήταν ένα σημείο που έφερνε και τους δύο σε δύσκολη θέση.
»Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό και με το βαρύ κλίμα που είχε δημιουργηθεί από την προ ολίγων ημερών σύσκεψη, ώθησε τότε τον Σημίτη να πει ευθέως στον παριστάμενο Αρχηγό ότι ζητάει την παραίτησή του. Η απάντηση του Λυμπέρη ήταν ότι αρνείται να παραιτηθεί. Μάλιστα, επειδή η απάντηση αυτή δόθηκε αμέσως, ο πρωθυπουργός διέκοψε για ένα δεκάλεπτο τη συνάντηση, χωρίς να φύγουν τα υπόλοιπα μέλη, και πήγε με τον Λυμπέρη σε ένα άλλο σημείο της αίθουσας, όπου συζήτησαν για κάποιο διάστημα.
»Όταν επέστρεψαν, ο Λυμπέρης επιβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο να παραιτηθεί. Ο Σημίτης δήλωνε ότι η παραίτηση εζητείτο όχι διότι θεωρήθη ανεπαρκής ο ναύαρχος ή διότι δεν έμενε ικανοποιημένος από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Δεν ήθελε να θίξει το γόητρο των Ενόπλων Δυνάμεων. Ήταν σαφές, όμως, ότι ήθελε να εκκαθαρίσει το πεδίο».
Το ξέσπασμα του Σημίτη
Το τεταμένο κλίμα της σύσκεψης φαίνεται πως επηρέασε και τον πρωθυπουργό. «Πράγματι, ο Σημίτης είχε ένα πολύ έντονο ξέσπασμα, το οποίο αιφνιδίασε και τους παρευρισκόμενους, γιατί, όπως ξέρετε, ο Σημίτης ήταν ένας άνθρωπος με αυτοέλεγχο, ψύχραιμος, ολιγόλογος, ακόμα και όταν καταλάβαινες ότι θύμωνε, φρόντιζε ο θυμός να μην εξωτερικεύεται. Την είδηση της ύπαρξης Τούρκων κομάντος στα Ίμια την αντιμετώπισε με χαρακτηρισμούς που σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν προσβλητικοί χαρακτηρισμοί προς τον Λυμπέρη, ήταν προς την κατάσταση. Χτύπησε το χέρι του δυο-τρεις φορές πάνω στο τραπέζι και αντέδρασε με πολύ έντονες εκφράσεις, που, υπό άλλες συνθήκες, αν μας έλεγε κανείς ότι ελέχθησαν από τον Σημίτη, δεν θα το πιστεύαμε.
»Ετέθη το πολύ εύλογο ερώτημα στον Λυμπέρη: “Μα πώς έφτασαν οι κομάντος, αφού είχαμε πει ότι έπρεπε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα;” Και μάλιστα έλεγε ο Σημίτης: “Σας ετόνισα ότι έπρεπε να ληφθούν σε όλο τον χώρο και όχι μόνο σε ένα τμήμα”. Η απάντηση ήταν: “Δεν έλαβα ποτέ τέτοιες οδηγίες”. Ο Λυμπέρης θεώρησε ότι τα μέτρα που είχε λάβει ήταν επαρκή.
»Ομολογώ ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης η αίσθηση ότι επίκειται μια κρίση σοβαρή, δηλαδή μια κρίση ένοπλη, ήταν ακόμα πιο έντονη. Και πλέον είχε αρχίσει να γίνεται μια ανάλυση στη σκέψη όλων πώς θα εξελισσόταν αυτή η κρίση και ποια θα ήταν τα νέα δεδομένα που θα προκαλούσε; Ήταν πολύ βαριά ατμόσφαιρα, με έντονη ανησυχία. Για μένα είναι μια στιγμή που έχει μείνει στο μυαλό μου. Εκεί αισθάνθηκα οδύνη και σαν διπλωματικός, αλλά και σαν Έλληνας πολίτης. Με πλήγωσε πολύ».
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση