Σαν σήμερα, το 1996, η κρίση στα Ίμια φτάνει στο πιο επικίνδυνο σημείο της και το Αιγαίο μπαίνει σε μια νύχτα όπου οι κινήσεις στο πεδίο μετ...

Σαν σήμερα, το 1996, η κρίση στα Ίμια φτάνει στο πιο επικίνδυνο σημείο της και το Αιγαίο μπαίνει σε μια νύχτα όπου οι κινήσεις στο πεδίο μετρούν περισσότερο από τις ανακοινώσεις. Η απόβαση Τούρκων κομάντος στη μία βραχονησίδα αλλάζει τους κανόνες, ενώ λίγες ώρες αργότερα η πτώση του ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού αφήνει πίσω της τρεις νεκρούς και ένα τραύμα που δεν έκλεισε ποτέ.
Η ιστορία είχε ξεκινήσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα, από ένα ναυτικό περιστατικό και μια διπλωματική ανταλλαγή διακοινώσεων, όμως εκείνο το ξημέρωμα η κρίση περνά οριστικά από τις λέξεις στα γεγονότα. Η παρουσία ενόπλων στη βραχονησίδα ανεβάζει τη στάθμη κινδύνου, ενώ τα πολεμικά πλοία των δύο πλευρών βρίσκονται στην περιοχή σε διάταξη που δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια για λάθος.
Μέσα στη νύχτα, ελληνικό ελικόπτερο απονηώνεται για αναγνώριση. Λίγο αργότερα, χάνονται και οι τρεις άνδρες του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός. Η επίσημη εκδοχή που επικράτησε μιλά για δυσμενείς συνθήκες σε μια εξαιρετικά απαιτητική αποστολή, όμως η υπόθεση άφησε χώρο σε συζητήσεις που επέστρεφαν κατά καιρούς στη δημόσια σφαίρα.
Η αποκλιμάκωση έρχεται με έντονη αμερικανική διαμεσολάβηση και μια φόρμουλα που έμεινε ως σύνοψη εκείνης της γραμμής: «No ships, no troops, no flags», δηλαδή «όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες». Η περιοχή επιστρέφει στο προ της κρίσης καθεστώς, όμως η πολιτική και συμβολική κληρονομιά της νύχτας μένει, μαζί με το βαρύ αποτύπωμα στη μνήμη και τη συζήτηση που ακολούθησε στην Ελλάδα, ακόμη και για τη φράση του Κώστα Σημίτη «θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών».
Χριστούγεννα 1995: Η σπίθα που άναψε
Το χρονικό ξεκινά στις 25 Δεκεμβρίου 1995, όταν το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Figen Akat» προσαράζει κοντά στις βραχονησίδες Ίμια. Ο πλοίαρχος αρνείται αρχικά την ελληνική συνδρομή, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε τουρκικά χωρικά ύδατα, πριν τελικά το πλοίο αποκολληθεί στις 28 Δεκεμβρίου με βοήθεια ελληνικής εταιρείας ρυμούλκησης και οδηγηθεί στο τουρκικό λιμάνι του Güllük.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Άγκυρα αποστέλλει ρηματική διακοίνωση, με την οποία εγείρει ζήτημα κυριαρχίας, ενώ η ελληνική πλευρά απαντά απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς. Η υπόθεση, που αρχικά μοιάζει να αφορά ένα ναυτικό ατύχημα και μια διαφωνία αρμοδιότητας, μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό και διπλωματικό τεστ.
Ιανουάριος 1996: από τη διπλωματία στη «μάχη της σημαίας»

Η ένταση εκρήγνυται δημοσίως στα τέλη Ιανουαρίου, όταν το ζήτημα περνά από τις διακοινώσεις στα δελτία ειδήσεων. Έπειτα από την ύψωση ελληνικής σημαίας στις βραχονησίδες, Τούρκοι δημοσιογράφοι αποβιβάζονται στις 27 Ιανουαρίου, υποστέλλουν την ελληνική σημαία και υψώνουν τουρκική, μπροστά στις κάμερες. Την ίδια ημέρα, Έλληνες βατραχάνθρωποι επαναφέρουν την ελληνική σημαία και η περιοχή γεμίζει πολεμικά πλοία, ενώ οι τόνοι σε Αθήνα και Άγκυρα ανεβαίνουν επικίνδυνα.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η κρίση παύει να είναι επικοινωνιακή. Και οι δύο πλευρές μετακινούν ναυτικές μονάδες στην περιοχή, ανεβάζουν επίπεδα επιφυλακής και αποτυπώνουν έμπρακτα την αποφασιστικότητά τους, με φόντο μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας και στις δύο χώρες.
31 Ιανουαρίου 1996: η νύχτα που όλα κρίθηκαν

Τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου, Τούρκοι κομάντος αποβιβάζονται στη μία από τις δύο βραχονησίδες, κίνηση που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού και ανεβάζει την κρίση στο υψηλότερο σημείο της. Την ίδια νύχτα, ελληνικό ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού απονηώνεται περίπου στις 04:50, μέσα σε δύσκολο καιρό, για αναγνώριση. Σύμφωνα με μαρτυρία του τότε κυβερνήτη της φρεγάτας «Ναυαρίνον», το πλήρωμα εντοπίζει τουρκική ομάδα περίπου 10 ατόμων, λαμβάνει εντολή επιστροφής, αναφέρει ένδειξη βλάβης και λίγο αργότερα το ελικόπτερο πέφτει στη θάλασσα.
Νεκροί ανασύρονται και οι τρεις του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός. Η επίσημη εκδοχή που κυριάρχησε έκτοτε μιλά για δυσμενείς συνθήκες και απώλεια προσανατολισμού σε μια εξαιρετικά απαιτητική νυχτερινή αποστολή, ενώ η υπόθεση συνέχισε κατά καιρούς να τροφοδοτεί συζητήσεις και υποθέσεις.
Η αποκλιμάκωση και η φόρμουλα «χωρίς σημαίες»
Την ίδια ημέρα, οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν για να αποτραπεί η επόμενη κίνηση που θα μπορούσε να γίνει πυροκροτητής πολέμου. Η διαμεσολάβηση οδηγεί σε συμφωνία αμοιβαίας αποχώρησης δυνάμεων και επιστροφής στο προ της κρίσης καθεστώς, δηλαδή χωρίς στρατιώτες και χωρίς σημαίες στις βραχονησίδες. Η φόρμουλα που έμεινε ως σύνοψη εκείνης της γραμμής ήταν η φράση «No ships, no troops, no flags», που αποδίδεται ως «όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες».
Γιατί τα Ίμια έγιναν σημείο καμπής
Η κρίση δεν «έλυσε» τίποτα. Αντίθετα, άφησε ως κληρονομιά ένα γκρίζο πεδίο αμφισβήτησης, το οποίο αποτυπώθηκε τα επόμενα χρόνια στον δημόσιο λόγο και στις επιχειρησιακές πρακτικές στο Αιγαίο. Για την Αθήνα, το νομικό πλαίσιο είναι σαφές και θεμελιώνεται σε διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες, όπως η Συνθήκη της Λωζάννης, οι ιταλοτουρκικές ρυθμίσεις του 1932 και η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, μέσω των οποίων τα Δωδεκάνησα και οι παρακείμενες νησίδες περιέρχονται στην Ελλάδα.
Η Άγκυρα, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι υπάρχουν νησίδες και βραχονησίδες στο Αιγαίο των οποίων το καθεστώς κυριότητας δεν έχει καθοριστεί με τρόπο που να κλείνει οριστικά το ζήτημα, αμφισβητώντας ειδικά την ισχύ και τις διαδικασίες γύρω από τα έγγραφα του 1932. Αυτή η αντίληψη αποτέλεσε, στη δική της αφήγηση, τον πυρήνα του προβλήματος που αναδύθηκε με αφορμή το περιστατικό στα Ίμια.
Το πολιτικό αποτύπωμα και η μνήμη των τριών
Στην Ελλάδα, η κρίση σημάδεψε την πολιτική συζήτηση για χρόνια. Η αίσθηση ότι η χώρα βρέθηκε στο όριο, το σοκ της απώλειας του πληρώματος και ο τρόπος με τον οποίο «σφραγίστηκε» η εκτόνωση, δημιούργησαν ένα μίγμα οργής, πένθους και αυτοκριτικής που παραμένει ζωντανό. Ακόμη και η κοινοβουλευτική αποτίμηση της νύχτας εκείνης έμεινε στην ιστορία και για τη φράση του Κώστα Σημίτη «θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών», που προκάλεσε τότε έντονες αντιδράσεις.
Τριάντα χρόνια μετά, τα Ίμια συνεχίζουν να λειτουργούν ως υπενθύμιση του πόσο γρήγορα μπορεί να ξεφύγει μια ελληνοτουρκική κρίση, όταν ο συμβολισμός, η επικοινωνία και οι κινήσεις στο πεδίο μπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο. Και παραμένουν, πάνω απ’ όλα, μια ιστορία που καταλήγει σε τρία ονόματα, τα οποία κάθε επέτειος επαναφέρει με τον ίδιο κόμπο στον λαιμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση