Στέλιος Κούλογλου Συνήθως η κήρυξη δικτατορίας γίνεται στην τηλεόραση. Ο Ντόναλτ Τραμπ προτίμησε τέσσερις δημοσιογράφους των New York Times,...

Στέλιος Κούλογλου
Συνήθως η κήρυξη δικτατορίας γίνεται στην τηλεόραση. Ο Ντόναλτ Τραμπ προτίμησε τέσσερις δημοσιογράφους των New York Times, στους οποίους έδωσε συνέντευξη στον Λευκό Οίκο για να την αναγγείλει. Δεν κατάργησε επισήμως τον κοινοβουλευτισμό, αμφισβήτησε όμως ανοιχτά τα όρια της αμερικανικής δικαστικής εξουσίας στις αποφάσεις του. Όσο για τις διεθνείς συνθήκες και τους θεσμούς, αυτές αντικαθίστανται από τη «δική του ηθική».
«Δεν χρειάζομαι το διεθνές δίκαιο», πρόσθεσε. «Δεν θέλω να βλάψω κανέναν».Όταν πιέστηκε περαιτέρω για το αν η κυβέρνησή του πρέπει να συμμορφώνεται με το διεθνές δίκαιο, ο κ. Τραμπ απάντησε: «Ναι, πρέπει». Ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι θα είναι αυτός ο διαιτητής όταν τέτοιου είδους περιορισμοί ισχύουν για τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Εξαρτάται από το πώς ορίζεις το διεθνές δίκαιο», πρόσθεσε.
Η «φιγούρα» με την Κολομβία
Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό της επίδειξης δύναμης ήταν όταν, στη διάρκεια της συνέντευξης, μίλησε στο τηλέφωνο με τον Γκουστάβο Πέτρο, πρόεδρο της Κολομβίας, που κατηγορεί και απειλεί. «Κατέστησε σαφές ότι χρησιμοποιεί τη φήμη του για απρόβλεπτο χαρακτήρα και την προθυμία του να καταφεύγει γρήγορα σε στρατιωτική δράση, συχνά με σκοπό να εξαναγκάσει άλλες χώρες», σχολιάζουν οι New York Times.
«Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής, δέχτηκε μια μακρά τηλεφωνική κλήση από τον πρόεδρο Πέτρο, ο οποίος ήταν σαφώς ανήσυχος μετά από επανειλημμένες απειλές ότι ο κ. Τραμπ σκεφτόταν να επιτεθεί στη χώρα του με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που επιτέθηκε στη Βενεζουέλα».
Η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των δύο ηγετών, ήταν off the record, και οι δημοσιογράφοι δεν αναφέρθηκαν σε αυτήν. Σχολίασαν όμως:
«ήταν ένα παράδειγμα της εξαναγκαστικής διπλωματίας στην πράξη. Και έλαβε χώρα λίγες ώρες μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς που αποσκοπούσαν στην προώθηση της πολυεθνικής συνεργασίας, μετά από απόφαση του κ. Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο».
Η Γροιλανδία είναι δική μου
Οι τέσσερις συντάκτες σημειώνουν ότι ο Τραμπ εμφανίστηκε πιο ενθαρρυμένος από ποτέ, επικαλούμενος ως «επιτυχίες» την επίθεση κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, την ταχεία ανατροπή της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και τις επεκτατικές βλέψεις του για την Γροιλανδία, την οποία περιέγραψε ως περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να ανήκει στις Ηνωμένες Πολιτείες .
Η επιμονή του ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να «κατέχει» τη Γροιλανδία αποκαλύπτει μια αντίληψη διεθνών σχέσεων που θυμίζει 19ο αιώνα — μια εποχή αυτοκρατοριών και εδαφικών διεκδικήσεων.
Όταν ρωτήθηκε γιατί θεωρεί απαραίτητη την κατοχή της Γροιλανδίας, ο Τραμπ απάντησε πως η ιδιοκτησία «είναι ψυχολογικά αναγκαία για την επιτυχία», διευκρινίζοντας ότι η κυριότητα προσφέρει «στοιχεία που δεν μπορείς να πάρεις από ένα έγγραφο ή μια συμφωνία».
Η δήλωση αυτή, σχεδόν αυτοκρατορική στη διατύπωση, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την ισχύ ως κάτι πιο προσωπικό παρά θεσμικό. Δείχνει να επιβεβαιώνει την εκτίμηση που διατύπωσα χθες στο άρθρο μου για τη Γροιλανδία, ότι τη θέλει δικιά του, για να κάνει ανενόχλητος μπίζνες, αυτός και η ευρύτερη κλίκα-οικογένεια.
Όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η μεγαλύτερη προτεραιότητά του, η απόκτηση της Γροιλανδίας ή η διατήρηση του ΝΑΤΟ -που θα διαλυθεί αν καταλάβει το νησί που ανήκει στη Δανία-, ο Τραμπ αρνήθηκε να απαντήσει άμεσα, αλλά αναγνώρισε ότι «μπορεί να είναι μια επιλογή». Κατέστησε σαφές ότι η Ατλαντική Συμμαχία ήταν ουσιαστικά άχρηστη χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο επίκεντρό της.
Το κακό παράδειγμα στην Κίνα ή τη Ρωσία;
Η αποστολή αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στο Καράκας για την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο ήταν μια κίνηση που θύμιζε άμεση επέμβαση για αλλαγή καθεστώτος — μια πρακτική που είχε εγκαταλειφθεί επί δεκαετίες από τους προέδρους των ΗΠΑ.
Στη συνέντευξη ρωτήθηκε αν ανησυχεί ότι η κίνηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για επιθετικές κινήσεις της Κίνας στην Ταϊβάν ή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Ο Τραμπ απάντησε ότι έχει καταστήσει σαφές στον Σι Τζινπίνγκ ότι θα «δυσαρεστηθεί πολύ» αν κινηθεί κατά της Ταϊβάν, προσθέτοντας ότι αυτό δεν θα συμβεί «όσο είμαι πρόεδρος». Για την Ουκρανία, πρόσθεσε: «Ήμουν πολύ πιστός στην Ευρώπη. Έκανα καλή δουλειά. Αν δεν ήμουν εγώ, η Ρωσία θα είχε καταλάβει ολόκληρη την Ουκρανία αυτή τη στιγμή».
Ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε ως ασήμαντο το γεγονός ότι η τελευταία μεγάλης κλίμακας συμφωνία πυρηνικού ελέγχου με τη Ρωσία επρόκειτο να λήξει, δηλώνοντας απλώς: «Αν λήξει, ας λήξει. Θα κάνουμε μια καλύτερη συμφωνία», υποβαθμίζοντας το ιστορικό βάρος 50 ετών περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων.
Παράλληλα, απαίτησε να ενταχθεί και η Κίνα σε μια νέα συμφωνία, παρότι αυτό αποτελεί ένα σύνθετο διπλωματικό και στρατιωτικό εγχείρημα.
Εσωτερικό: «Δεν χρειάστηκε να στείλω τον στρατό»
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τραμπ υπονόησε ότι οι δικαστές έχουν την εξουσία να περιορίσουν την εσωτερική πολιτική ατζέντα του — από την ανάπτυξη της Εθνοφρουράς έως την επιβολή δασμών — «υπό ορισμένες συνθήκες».
Ωστόσο, ήδη εξετάζει εναλλακτικές λύσεις. Ανέφερε την πιθανότητα, σε περίπτωση που οι δασμοί που επέβαλε βάσει των έκτακτων εξουσιών ακυρωθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο, να τους αναδιατυπώσει ως τέλη αδειοδότησης.
Δήλωσε ότι εκλέχθηκε για να αποκαταστήσει τη νόμιμη τάξη, επανέλαβε ότι είναι πρόθυμος να επικαλεστεί τον Νόμο περί Εξέγερσης και να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, αν θεωρούσε ότι ήταν σημαντικό να το πράξει. Μέχρι στιγμής, είπε, «δεν έχω αισθανθεί πραγματικά την ανάγκη να το κάνω».
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση