Την καθαίρεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε ο Δημοκρατικός Γερουσιαστής της Πολιτείας της Καλιφόρνια, Σκοτ Γουίνερ, χαρακτηρ...
Την καθαίρεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε ο Δημοκρατικός Γερουσιαστής της Πολιτείας της Καλιφόρνια, Σκοτ Γουίνερ, χαρακτηρίζοντας την αμερικανική στρατιωτική εισβολή στη Βενεζουέλα, στις 3 Ιανουαρίου, «παράνομη», «απερίσκεπτη» και «πλήρες πραξικόπημα».
Ο Γουίνερ, που εκπροσωπεί το Σαν Φρανσίσκο, εξέφρασε έντονη ανησυχία για τη λειτουργία των θεσμών στις Ηνωμένες Πολιτείες, τονίζοντας ότι η παράκαμψη της Γερουσίας συνιστά σοβαρή θεσμική εκτροπή. Η δημόσια τοποθέτησή του εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αυξανόμενης κριτικής που ασκούν Δημοκρατικοί πολιτικοί στις αποφάσεις του Λευκού Οίκου.Σύμφωνα με όσα ανέφερε στη δήλωσή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, βομβαρδίζοντας το Καράκας, καταλαμβάνοντας κρατικά πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία και απαγάγοντας τον πρόεδρο της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, καθώς και τη σύζυγό του.
Ο Αμερικανός Γερουσιαστής υποστήριξε ότι η ενέργεια αυτή συνδέεται άμεσα με την εσωτερική πολιτική πίεση που δέχεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Όπως δήλωσε, «ο Τραμπ είναι μια απόλυτη αποτυχία, με τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις να καταρρέουν, το σκάνδαλο Έπσταϊν να διογκώνεται και την αμερικανική οικονομία να δυσκολεύεται». Κατά τον ίδιο, η εισβολή στη Βενεζουέλα αποσκοπεί στην απόσπαση της προσοχής της κοινής γνώμης και στην εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας προς όφελος του ίδιου και των πολιτικών και οικονομικών συμμάχων του.
Θεσμικό και συνταγματικό ζήτημα
Στον πυρήνα της κριτικής βρίσκεται η απουσία εξουσιοδότησης από το Κογκρέσο. Στο αμερικανικό συνταγματικό σύστημα, η αρμοδιότητα έγκρισης της χρήσης στρατιωτικής ισχύος ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο —δηλαδή στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία— με μοναδική εξαίρεση περιπτώσεις άμεσης αυτοάμυνας.
Η Γερουσία, ως ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Εκτός από τη νομοθετική διαδικασία, επικυρώνει διορισμούς ανώτατων αξιωματούχων και συμμετέχει καθοριστικά στη λήψη αποφάσεων για πολεμικές επιχειρήσεις, μέσω της διαδικασίας της «σύστασης και συναίνεσης», που έχει σχεδιαστεί ώστε να αποτρέπει τη μονομερή άσκηση εξουσίας από τον Πρόεδρο.
Η «παράκαμψη» της Γερουσίας, όπως σημειώνει ο Γουίνερ, συνιστά πρακτική κατά την οποία ο εκτελεστικός κλάδος προχωρά σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς τη θεσμικά απαιτούμενη έγκριση. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παραβίαση του War Powers Act, του νόμου του 1973 που θεσπίστηκε μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ για να περιορίσει τη μονομερή χρήση στρατιωτικής ισχύος από τον Πρόεδρο. Ο νόμος επιτρέπει μόνο περιορισμένη δράση σε περιπτώσεις άμεσης απειλής, με υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης και έγκρισης από το Κογκρέσο για κάθε παρατεταμένη επιχείρηση.
Διεθνείς συνέπειες και επικίνδυνο προηγούμενο
Πέρα από τη νομική διάσταση, ο Γουίνερ υπογραμμίζει και τις διεθνείς επιπτώσεις της αμερικανικής στάσης. Όπως σημειώνει, η μονομερής χρήση βίας χωρίς θεσμικά όρια δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη διεθνή τάξη.
«Αυτό το παράνομο πραξικόπημα είναι πρόσκληση για την Κίνα να εισβάλει στην Ταϊβάν, για τη Ρωσία να κλιμακώσει την κατάκτησή της στην Ουκρανία και για τον Νετανιάχου να επεκτείνει την καταστροφή στη Γάζα και να προσαρτήσει τη Δυτική Όχθη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κατά τον Αμερικανό Γερουσιαστή, όταν ο ισχυρότερος εκτελεστικός ηγέτης στον κόσμο αγνοεί τόσο τη Γερουσία όσο και το Διεθνές Δίκαιο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι οι κανόνες είναι προαιρετικοί. Όπως καταλήγει, «ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για το ανθρώπινο ή οικονομικό κόστος της κατάκτησης μιας άλλης χώρας· ενδιαφέρεται μόνο για τον πλουτισμό των δισεκατομμυριούχων δωρητών του».

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση