Manos Lambrakis Η λεγόμενη «δεκαετία Μητσοτάκη» που σήμερα εορτάστηκε και με την κοπή της αγιοβασιλόπιτας στα γραφεία της ΝΔ, ως συμπύκνωση ...
.jpg)
Manos Lambrakis
Η λεγόμενη «δεκαετία Μητσοτάκη» που σήμερα εορτάστηκε και με την κοπή της αγιοβασιλόπιτας στα γραφεία της ΝΔ, ως συμπύκνωση πολιτικού χρόνου και όχι απλώς ως άθροισμα κυβερνητικών θητειών, μπορεί να αναγνωσθεί παραγωγικά μόνο αν ιδωθεί ως καθεστώς διακυβέρνησης της αντίφασης. Δεν πρόκειται για μια περίοδο αποτυχίας ή επιτυχίας, αλλά για μια ιστορική φάση όπου τα πολιτικά οξύμωρα παύουν να λειτουργούν ως εξαιρέσεις και εγκαθίστανται ως κανονικότητα.
Η εξουσία δεν αναιρεί τις αντιφάσεις της, αντιθέτως, τις ενσωματώνει, τις εξομαλύνει και τις καθιστά διαχειρίσιμες, παράγοντας ένα σταθερό αλλά εύθραυστο σύστημα, στο οποίο τίποτα δεν αλλάζει ριζικά, ακριβώς επειδή όλα φαίνονται να κινούνται διαρκώς.
Το πρώτο θεμελιώδες οξύμωρο είναι αυτό της αποπολιτικοποιημένης πολιτικής. Η διακυβέρνηση αυτοπαρουσιάζεται ως τεχνοκρατική διαχείριση δεδομένων, δεικτών και «βέλτιστων πρακτικών», αποκλείοντας ρητά τη σύγκρουση ως νομιμοποιημένο πολιτικό φαινόμενο. Όμως, όπως γνωρίζουμε, η πολιτική δεν καταργείται όταν αποσιωπάται η σύγκρουση… απλώς μετατοπίζεται. Στη δεκαετία αυτή, η σύγκρουση δεν διεξάγεται στο επίπεδο ιδεών, αλλά στο επίπεδο ζωών: ποιοι αντέχουν την ακρίβεια, ποιοι αντέχουν την επισφάλεια, ποιοι «προσαρμόζονται» και ποιοι καθίστανται πλεονάζοντες. Έτσι, η αποπολιτικοποίηση λειτουργεί ως υπερ-πολιτική πράξη, ακριβώς επειδή αφαιρεί από την κοινωνία τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως πολιτικό υποκείμενο.
Δεύτερο οξύμωρο, βαθύτερο και καθαρά βιοπολιτικό: προστατευτικό κράτος που εκθέτει στη φθορά. Στο όνομα της ασφάλειας (υγειονομικής, ενεργειακής, εθνικής) ενεργοποιείται ένας λόγος προστασίας της ζωής. Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η ζωή εκτίθεται συστηματικά σε κινδύνους: υποδομές που καταρρέουν, εργασιακές συνθήκες που απορρυθμίζονται, φυσικές καταστροφές που αντιμετωπίζονται ως «ακραία φαινόμενα» και όχι ως προβλέψιμα αποτελέσματα πολιτικών επιλογών. Πρόκειται για την κλασική αντίφαση της βιοπολιτικής εξουσίας: το κράτος δηλώνει ότι διαχειρίζεται τη ζωή, αλλά στην πράξη διαχειρίζεται τα όρια της απώλειας, αποφασίζοντας ποιες ζωές είναι ανεκτές ως απώλειες και ποιες όχι.
Τρίτο οξύμωρο: φιλελεύθερος αυταρχισμός. Η δεκαετία αυτή εγγράφεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, όπου ο φιλελευθερισμός δεν αναιρεί τον αυταρχισμό, αλλά τον ενσωματώνει λειτουργικά. Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, η υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η ασφυκτική σχέση κράτους και ΜΜΕ, δεν παρουσιάζονται ως περιορισμοί της δημοκρατίας, αλλά ως αναγκαίες «θεσμικές προσαρμογές». Έτσι, η δημοκρατία δεν καταλύεται αλλά αδειάζει από περιεχόμενο, μετατρεπόμενη σε διαδικαστικό μηχανισμό νομιμοποίησης ήδη ειλημμένων αποφάσεων.
Τέταρτο οξύμωρο: μεταρρυθμίσεις χωρίς συλλογικό υποκείμενο. Οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου αυτής δεν συγκροτούν ένα συλλογικό όραμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Αντιθέτως, βασίζονται σε μια διαρκή ατομικοποίηση της ευθύνης: ο πολίτης οφείλει να είναι ευέλικτος, ανθεκτικός, ψηφιακά επαρκής, διαρκώς διαθέσιμος. Το κοινωνικό σώμα δεν μεταρρυθμίζεται, αλλά το βλέπουμε να κατακερματίζεται. Και αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό τους αποτέλεσμα: η αδυναμία συγκρότησης συλλογικής αντίστασης, όχι μέσω καταστολής, αλλά μέσω εξάντλησης.
Πέμπτο οξύμωρο: αξιολόγηση χωρίς βελτίωση. Η εμμονή με την αξιολόγηση, τους δείκτες και τις πλατφόρμες δεν στοχεύει στην ουσιαστική αναβάθμιση των θεσμών, αλλά στη συνεχή επιτήρηση συμπεριφορών. Η εξουσία δεν διορθώνει. Μετρά. Και μετρώντας, παράγει μια πειθαρχημένη υποκειμενικότητα που εσωτερικεύει την αποτυχία ως προσωπικό σφάλμα. Το κράτος δεν αποτυγχάνει κι ο πολίτης «δεν τα κατάφερε».
Έκτο και ίσως πιο υπόγειο οξύμωρο: σταθερότητα μέσω διαρκούς κρίσης. Η δεκαετία αυτή κυβερνάται με τη λογική του κατεπείγοντος: κρίση μετά την κρίση, χωρίς ποτέ να αίρεται το καθεστώς εξαίρεσης. Η κρίση δεν είναι πια γεγονός. Είναι μέθοδος διακυβέρνησης. Μέσα σε αυτή τη μόνιμη έκτακτη ανάγκη, η κοινωνία εκπαιδεύεται να αποδέχεται τα πάντα ως αναγκαία και τίποτα ως πολιτικά διαπραγματεύσιμο.
Τέλος, το κεντρικό, ενοποιητικό οξύμωρο της δεκαετίας είναι η αντικατάσταση της πολιτικής από τη διαχείριση της φθοράς. Δεν επιδιώκεται ο μετασχηματισμός της κοινωνίας, αλλά η ομαλή προσαρμογή της σε έναν κόσμο αυξανόμενης ανισότητας, περιβαλλοντικής ανασφάλειας και κοινωνικής κόπωσης. Η εξουσία δεν υπόσχεται δικαιοσύνη, υπόσχεται όμως αντοχή. Και αυτό είναι ίσως το πιο ειρωνικό της επίτευγμα: μια κοινωνία που μαθαίνει να επιβιώνει χωρίς να ελπίζει.
Έτσι, η δεκαετία αυτή δεν θα μείνει στην ιστορία ως περίοδος μεγάλων ρήξεων ή μεγάλων επιτυχιών, αλλά ως καθεστώς κανονικοποιημένης αντίφασης, όπου τα πολιτικά οξύμωρα παύουν να σοκάρουν και μετατρέπονται σε συνθήκη ύπαρξης. Μια εποχή όπου η πολιτική δεν εξαφανίζεται, αλλά αδρανοποιείται, και όπου η μεγαλύτερη νίκη της εξουσίας είναι ότι καταφέρνει να μοιάζει φυσική.
(Συνειρμικά η αγιοβασιλόπιτα της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη μου θύμισε το δίσκο με τα κόλλυβα για το 40ημερο μνημόσυνο του Κώστα Σημίτη στο Ηράκλειο Κρήτης)
(Συνειρμικά η αγιοβασιλόπιτα της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη μου θύμισε το δίσκο με τα κόλλυβα για το 40ημερο μνημόσυνο του Κώστα Σημίτη στο Ηράκλειο Κρήτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση