GRID_STYLE

NONE

ΡΟΗ:

latest

ΤΑ ΒΡΟΝΤΗΞΕ κορυφαίος δικαστικός...

Areti Athanasiou «Σε μία Δικαιοσύνη που νοσεί, η ανοχή είναι συνενοχή».  Ο εφέτης Γιάννης Ευαγγελάτος, άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και βγήκρ απ...


Areti Athanasiou
«Σε μία Δικαιοσύνη που νοσεί, η ανοχή είναι συνενοχή».
 Ο εφέτης Γιάννης Ευαγγελάτος, άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και βγήκρ από το δικαστικό σώμα, μετά από δυο δεκαετίες αδιάκοπης θητείας. Η είδηση της παραίτησής του έσκασε σαν «βόμβα» και προκάλεσε πολλά ερωτηματικά. 
Ο ίδιος, με μια ανάρτησή του, βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο, εξηγεί τους λόγους και μιλά για τα κακώς κείμενα στον χώρο της δικαιοσύνης. «Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης;», αναρωτιέται. 
Ολη του η ανάρτηση: 
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ Έφτασα, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής, νωρίτερα από το αναμενόμενο και, ίσως για όσους δεν με ξέρουν, κάπως αιφνίδια, αλλά σίγουρα ύστερα από ένα γεμάτο ταξίδι... 
Αναπόφευκτα, ο νους επιστρέφει στην αρχή, όταν εισήλθα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πίστευα ότι θα γινόμουν λειτουργός της Δικαιοσύνης, ότι θα απονέμω το Δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή μου. Το Δίκαιο, όχι με τη στενή έννοια της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά ως ζώσα δύναμη. 
Όλοι οι Δικαστές, έχω την αίσθηση, είχαμε στην αρχή κάποια όνειρα για τη Δικαιοσύνη, που στη συνέχεια τα λησμονήσαμε. Σαν να ρίξαμε άγκυρα στα όνειρά μας μόλις συναντήσαμε την καθημερινότητα, τον υπερβολικό φόρτο, την πίεση της ποσότητας σε βάρος της ποιότητας και τις άθλιες συνθήκες εργασίας στα δικαστικά «μέγαρα». 
Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές. Δικαστές με «Δ» κεφαλαίο. Δικαστές, που δεν συμπεριφέρονται αλαζονικά και απαξιωτικά στους δικηγόρους, αντιμετωπίζοντάς τους ως αντιπάλους και όχι ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης… 
Δικαστές, που βλέπουν τους δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου και όχι ως υποτακτικούς τους… Δικαστές, που απονέμουν το Δίκαιο και δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις… Δικαστές, που νιώθουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου … 
Δικαστές απαλλαγμένους από ναρκισσισμό και εγωπάθεια, που δεν θεωρούν ότι κατέχουν το αλάθητο του Πάπα… Δικαστές που μάχονται να βρουν την Αλήθεια και δεν ασπάζονται την τυπολατρία και την αυθαιρεσία… Δικαστές που μετατρέπουν την αγωνία και τα προβλήματα του πολίτη σε δικό τους αγώνα και προβληματισμό… 
Υπηρέτησα περισσότερο από είκοσι χρόνια, σε οκτώ Δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια και σχημάτισα την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν τέτοιοι Δικαστές στην Ελλάδα. Και είναι πάρα πολλοί! 
Αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών. Ωστόσο, τα λόγια τους πνίγονται από τις κραυγές των λίγων, οι οποίοι όχι μόνο συνεχίζουν να επιβιώνουν, αλλά και κυριαρχούν, καθώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα. 
Ως πότε όμως; Ως πότε οι πολλοί Δικαστές θα χρεώνονται την αδιαφορία, την αναλγησία, την ανικανότητα, την ευθυνοφοβία των λίγων; Ως πότε θα ανέχονται να πλήττει, να προσβάλλει, να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αυτή η θλιβερή μειοψηφία; Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης; Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη, όταν ο Δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος αναλογεί στον κάθε κατηγορούμενο στις πολυπρόσωπες δίκες; Πόσες φορές πρέπει να προσέρχονται τα θύματα στα δικαστήρια μέχρι να διεξαχθεί η δίκη τους; Πώς γίνεται να εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων δραστών, χωρίς την παρουσία επιμελητών ανηλίκων; Για πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης στο φιλότιμο ορισμένων λειτουργών της;
Και, εν τέλει, είναι επαρκώς θωρακισμένοι οι Δικαστές για να αποκρούουν τα βέλη που στρέφονται, από κάθε κατεύθυνση, κατά της ανεξαρτησίας τους; Το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» έχει αξία και εφαρμογή σε μια ιδανική πολιτεία, που όλα λειτουργούν άψογα. Τότε, πράγματι, οι Δικαστές δεν θα είχαν λόγο να μιλούν… 
Όχι, όμως, τώρα που η Δικαιοσύνη νοσεί! Τώρα η ανοχή είναι συνενοχή! Όλοι μας φέρουμε μερίδιο ευθύνης για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη. Όλοι μας φταίμε που το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη μετατρέπεται σε πεδίο άγονης αντιπαράθεσης, όπου μόνο από τύχη ή σύμπτωση μπορείς να βρεις το δίκιο σου και μάλιστα με τον κίνδυνο να είναι ήδη αργά, αφού το δίκαιο, ως αγαθό, πρέπει να απονέμεται άμεσα, κάτι που σπάνια συμβαίνει… 
Για να ανατείλει ξανά ο ήλιος της Δικαιοσύνης «θέλει δουλειά πολλή» και ίσως χρειάζεται να «καώ εγώ, να καείς εσύ, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη», όχι ως πράξη αυτοθυσίας, αλλά ως έμπρακτη δήλωση αυτοσεβασμού και ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ και ως απόφαση να μη συμβιβαστείς με το ελάχιστο, όταν οφείλεις το μέγιστο. 
Όσοι αγάπησαν αυτό το λειτούργημα και όσοι το υπηρέτησαν με σθένος και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρίσκονται πλέον, δεν πρέπει να το αφήσουν άλλο να ολισθαίνει. Άλλωστε, το Δίκαιο, δεν είναι απλώς μια στείρα γνώση. Είναι κάτι που είτε το έχεις μέσα σου είτε όχι! Αν το έχεις, δεν μπορείς να το στερηθείς ποτέ, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το είναι σου. Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, όπου κι αν σταθείς, θα είναι πάντα μαζί σου, αφού ό,τι είναι αληθινό είναι και παντοτινό. Και στο τέλος κάθε ημέρας, θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος μόνο αν μπορείς να απαντάς καταφατικά στο ερώτημα : «Αποδόθηκε Δικαιοσύνη;»
 Γιάννης Ευαγγελάτος τέως δικαστικός λειτουργός

1 σχόλιο

  1. Στέφανος Ματθίας

    Επίτ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου





    Αισθάνομαι την ανάγκη να διατυπώσω δυο παρατηρήσεις στη μελέτη του αγαπητού μου επίτιμου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ευαγ. Κρουσταλάκη, που δημοσιεύθηκε στο προηγούμενο τεύχος (Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2005, σελ. 267 επ.) του περιοδικού Digesta.

    Α. Η αντίληψη ότι οι δικαστές «διαχειρίζονται μια εξουσία η οποία ανήκει στον Θεό», ότι «εξισώνονται με θεούς και είναι υιοί του Υψίστου», ότι επιτελούν έργο «υπεράνθρωπο, κυριολεκτικά θεϊκό», το οποίο εμπνέει «δέος» κ.λπ. (σελ. 267, 273), είναι ανεδαφική. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας λίγο πιο κάτω εκθέτει, ο δικαστής εφαρμόζει απλώς το «θετικό δίκαιο και μόνο» (σελ. 267 κ.ά.).

    Το έργο αυτό απαιτεί απλώς επιμέλεια, ευσυνειδησία, γνώσεις και κριτική σκέψη. Τίποτε άλλο. Επομένως οι δικαστές μας δεν είναι «ήρωες του καθήκοντος» κ.λπ. (σελ. 273). Στην καλύτερη περίπτωση είναι επιμελείς, συνειδητοί και καταρτισμένοι. Το έργο τους δεν είναι καθόλου δυσκολότερο ή ανώτερο από εκείνο του οικονομολόγου, του πολεοδόμου, του συγκοινωνιολόγου ή του χειρούργου. Αν μερικοί δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά, αυτό δεν οφείλεται στο ότι υστερούν σε «θεϊκή» ιδιότητα αλλά σε ολιγωρία ή επιστημονική ανεπάρκεια. Καμιά φορά οφείλεται και σε ιδεοληψίες και διασυνδέσεις (θρησκευτικές ή άλλες) που συχνά δεν είναι καν ανιδιοτελείς. Ας μην προσφέρουμε λοιπόν σε όσους στερούνται των απαραίτητων ανθρώπινων προσόντων το άλλοθι της έλλειψης «θείας» δωρεάς.

    Β. Δεν κατάλαβα γιατί ο κ. Κρουσταλάκης συνδέει τις «θρησκευτικές πεποιθήσεις» των δικαστών, που είναι «αναθρεμένοι στην ορθόδοξη παράδοσή μας» και «οι περισσότεροι είναι πιστά μέλη της Εκκλησίας» (σελ. 272), με το δικαιοδοτικό τους έργο. Και γιατί υποστηρίζει ότι το να μην επηρεάζεται ο δικαστής από τις θρησκευτικές του αντιλήψεις «δεν είναι εύκολα κατορθωτό και πάντως δεν είναι πλήρως δυνατό» (σελ. 269). Αντίθετα, η πλήρης αποκοπή των θρησκευτικών δοξασιών από το δικαστικό έργο αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση, αυτονόητη και απλούστατη, για όποιον «θέλει». Η ανάμιξη ιδεολογιών στην εφαρμογή του δικαίου μαρτυρεί σύγχυση. Πρόκειται για πεδία διαφορετικά και άσχετα. Η θρησκευτική πίστη είναι υπόθεση προσωπική, που αφορά το forum internum, ενώ το δικαστικό έργο είναι επαγγελματικό χρέος προς τον πολίτη και προς την έννομη τάξη. Επηρεασμός του δικαστή από θρησκευτικές αντιλήψεις νοείται μόνο σε θεοκρατικές κοινωνίες, όχι στο δημοκρατικό μας πολίτευμα. Επομένως ο δικαστής οφείλει να ξεχνάει ψαλμούς και προφήτες και να επιστρατεύει τη λογική και τις νομικές του γνώσεις. Κάθε ανάμιξη θρησκευτικών αντιλήψεων στο δικαστικό έργο υπονομεύει την αντικειμενικότητα και την ευθυκρισία του. Επιπλέον ευνοεί τις επεμβάσεις και επιρροές εκκλησιαστικών παραγόντων στο έργο του. Το φαινόμενο δεν είναι, ατυχώς, άγνωστο στη χώρα μας. Και δεν ευθύνονται μόνο οι κληρικοί, που απλώς «παρεξηγούν» την αποστολή τη δική τους και των δικαστών. Ευθύνονται όποιοι δικαστές είναι ανίκανοι να ξεχωρίσουν τη δουλειά τους από την πίστη τους. Έτσι καταλήγουν να ανέχονται επιρροές και να δέχονται παραινέσεις από εκκλησιαστικούς παράγοντες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *