H Deutsche Bank, ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός, φαίνεται ότι «έστρωνε χαλί» στον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα, Τζέφρι Έπστιν, α...

H Deutsche Bank, ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός, φαίνεται ότι «έστρωνε χαλί» στον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα, Τζέφρι Έπστιν, ακόμα και μετά την ποινή που του είχε επιβληθεί, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times.
Ειδικότερα, το 2018, στελέχη συμμόρφωσης της Deutsche Bank ζήτησαν πληροφορίες για μεταφορά χιλιάδων δολαρίων από Αμερικανό χρηματοδότη σε τράπεζα της Μόσχας. Ο διαχειριστής σχέσης του ζάμπλουτου πελάτη απάντησε ότι απλώς κάλυπτε δίδακτρα για μια «φίλη». Όταν η ομάδα καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ρώτησε γιατί ένας λογαριασμός που προοριζόταν για μισθοδοσία χρησιμοποιούνταν για έξοδα Ρωσίδας φοιτήτριας, ο τραπεζίτης της Deutsche εξήγησε ότι για «μεμονωμένες μεταφορές» το προσωπικό του χρηματοδότη είχε «την ευελιξία να χρησιμοποιεί όποιον λογαριασμό επιθυμεί».
Ο πελάτης του γερμανικού κολοσσού ήταν ο Έπστιν
Ο πελάτης, σύμφωνα με το δημοσίευμα των FT, ήταν ο Τζέφρι Έπστiν, ο οποίος είχε μεταφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, αφού η JPMorgan διέκοψε τη συνεργασία μαζί του το 2013. Η Deutsche Bank επέτρεπε συχνά στον καταδικασμένο για σεξουαλικά αδικήματα να στέλνει χρήματα στο εξωτερικό για να καλύπτει έξοδα νεαρών γυναικών. Αργότερα ανέφερε στους εισαγγελείς ότι είχε αποστείλει περίπου 875.000 δολάρια σε «υποτιθέμενα ξένα μοντέλα» κατά τη σχεδόν εξαετή περίοδο που διαχειριζόταν τα οικονομικά του
Το 2008, έπειτα από χρόνια καταγγελιών από έφηβες που είχαν κακοποιηθεί, ο Τζέφρι Έπστιν εξασφάλισε αυτό που αργότερα περιγράφηκε ως μία από τις πιο εξαιρετικές συμφωνίες ομολογίας ενοχής στη σύγχρονη νομική ιστορία των ΗΠΑ. Ομολόγησε την ενοχή του για προαγωγή ανηλίκου στην πορνεία και εξέτισε λιγότερους από 13 μήνες μιας ποινής φυλάκισης 18 μηνών, μεγάλο μέρος της οποίας σε καθεστώς άδειας για εργασία.
Διατήρησε τη θέση του στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους
Με αυτόν τον τρόπο απέφυγε ομοσπονδιακές κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση, οι οποίες μπορούσαν να επισύρουν ακόμη και ισόβια κάθειρξη. Παρά το νέο του καθεστώς ως καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα, ο Έπστιν διατήρησε τη θέση του στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους και αποκατέστησε τις σχέσεις του με δισεκατομμυριούχους και ανώτερα τραπεζικά στελέχη.
Τα αρχεία δείχνουν ότι το νοσηρό κύκλωμά του ήταν σε άμεση εξάρτηση από ένα τραπεζικό σύστημα που συνέχιζε να τον καλύπτει «ξεπλένοντας» τα χρήματά του. Όσο αυτό το «πλυντήριο» παρέμενε ενεργό, οι πύλες προς την εξουσία δεν έκλειναν. Και σε αντάλλαγμα, ο Έπσταϊν προσέφερε και άλλους πελάτες από την οικονομική ελίτ.
Η Deutsche Bank έχει ήδη καταβάλει 225 εκατ. δολάρια σε πρόστιμα και συμβιβασμούς που σχετίζονται με τον Έπστιν , καθώς και για παραλείψεις συμμόρφωσης που συνδέονταν με ρωσικό σχήμα ξεπλύματος χρήματος. Σε δήλωσή της στους Financial Times ανέφερε ότι αναγνώρισε «το λάθος της ένταξης του Τζέφρι Έπστιν ως πελάτη το 2013», καθώς και τις «αδυναμίες» στις διαδικασίες της, οι οποίες, όπως σημείωσε, «αντιμετωπίστηκαν συστηματικά», εκφράζοντας βαθιά λύπη για τη σχέση της μαζί του. Η συνεργασία της Deutsche Bank με τον Τζέφρι Έπστιν κράτησε μέχρι το 2018, δηλαδή μία δεκαετία μετά την πρώτη καταδίκη του.
Δεκάδες χιλιάδες εσωτερικά emails και έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης στο πλαίσιο των αρχείων Έπσταϊν σκιαγραφούν για πρώτη φορά με γλαφυρό τρόπο πώς ο γερμανικός τραπεζικός όμιλος του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες. Οι φάκελοι ρίχνουν νέο φως στο πώς, παρά την καταδίκη του, παρέμεινε για χρόνια ενταγμένος στα ελίτ χρηματοπιστωτικά δίκτυα. Το 2019 του απαγγέλθηκαν εκ νέου κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων, πριν από τον θάνατό του που αποδόθηκε σε αυτοκτονία, ενώ βρισκόταν στο κελί του υπό κράτηση.
Η κάλυψη της Deutsche Bank στον Έπστιν
Το 2012 ο τότε συν-διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Anshu Jain, έθεσε ως κορυφαία προτεραιότητα την επέκταση της διαχείρισης πλούτου. Καθώς επιδίωκε να προσελκύσει κορυφαίους ιδιώτες τραπεζίτες από αμερικανικούς ανταγωνιστές, στόχευσε στον Paul Morris της JPMorgan, του οποίου το πελατολόγιο περιλάμβανε εξαιρετικά εύπορους πελάτες, μεταξύ αυτών και τον Έπστιν .
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς ο Morris ενημέρωσε τον Έπστιν ότι αποχωρούσε από την JPMorgan. Μέσα σε λίγες εβδομάδες από την ένταξή του στη Deutsche Bank κανόνιζε συναντήσεις μαζί του και μέχρι την άνοιξη του 2013 οι συζητήσεις για τη μεταφορά των δραστηριοτήτων του στη γερμανική τράπεζα είχαν ενταθεί.
Ένας πελάτης υψηλού ρίσκου με ποινική καταδίκη θα έπρεπε κανονικά να περάσει από έλεγχο επιτροπής φήμης. Όμως τον Μάιο του 2013, ο Chip Packard, τότε συν-επικεφαλής της δραστηριότητας διαχείρισης πλούτου της Deutsche Bank στις ΗΠΑ, ενημέρωσε συναδέλφους ότι ένας από τους κορυφαίους νομικούς της τράπεζας και ανώτερο στέλεχος της αμερικανικής ομάδας κατά του ξεπλύματος χρήματος είχαν προτείνει πως αυτό δεν ήταν απαραίτητο. «Μπορούμε να προχωρήσουμε εφόσον δεν προκύψει κάτι περαιτέρω μέσω των διαδικασιών “γνωρίστε τον πελάτη σας” και AML», έγραψε.
Οι συζητήσεις ήταν κρίσιμες για τον Τζέφρι Έπστιν . Τον Αύγουστο του 2013 ενημερώθηκε ότι η JPMorgan θα διέκοπτε τη συνεργασία μαζί του, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια αλλού. «Θα μεταφέρω όλους τους λογαριασμούς μου σε εσάς και στη DB», έγραψε εκείνον τον μήνα στον Morris. «Τζέφρι, υπέροχα!» απάντησε ο Morris. «Εκτιμώ την πίστη και την εμπιστοσύνη σου».
Λίγες ημέρες αργότερα ο Morris ενημέρωσε τον Packard ότι ο Έπστιν θα μετέφερε περισσότερα χρήματα «από όσα αρχικά αναμένονταν». Όταν 180 εκατ. δολάρια έφτασαν τον Οκτώβριο, ο Packard έγραψε: «Συγχαρητήρια για τη χρηματοδότηση του Έπστιν!»
Καθώς το 2013 έφτανε στο τέλος του, ο Morris έστειλε ευχές για το νέο έτος στον Έπστιν αλλά και σε μία ακόμη πρώην πελάτισσα της JPMorgan: τη Ghislaine Maxwell, τη Βρετανίδα κοσμική και συνεργάτιδα του Τζέφρι Έπστιν, η οποία που αργότερα φυλακίστηκε για τη στρατολόγηση ανήλικων κοριτσιών για λογαριασμό του.
Το «ποντάρισμα» του τραπεζικού κολοσσού στις διασυνδέσεις του Έπστιν
Έχοντας «κερδίσει» τον λογαριασμό του Έπστιν από την JPMorgan το 2013, όπως περιέγραφαν εσωτερικά οι τραπεζίτες της Deutsche, η τράπεζα επιδίωξε να αξιοποιήσει τις διασυνδέσεις του για να εδραιωθεί περαιτέρω στον κύκλο των υπερπλούσιων.
Ο Τζέφρι Έπστιν «έχει πολλές σημαντικές σχέσεις», έγραψε τον Ιανουάριο του 2014 σε συναδέλφους η Caroline Kitidis, τότε ανώτερη τραπεζίτης στη μονάδα διαχείρισης πλούτου της Deutsche. Η Kitidis ανέφερε ότι είχε συναντήσει τον Leon Black, συνιδρυτή της Apollo Global Management, στο σπίτι του Έπσταϊν και ότι διέθετε 500 εκατ. δολάρια σε μετρητά «που θέλει να επενδύσει». Μεταξύ άλλων πιθανών πελατών ήταν και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Lawrence Summers. «Με λίγα λόγια, μια πολύ καλή ευκαιρία — θεωρούμε ότι πρόκειται, ελπίζουμε, για σχέση πρώτης κατηγορίας», έγραψε για τον Έπστιν.
Σημειώσεις από συνάντηση τον Σεπτέμβριο του 2015 δείχνουν ότι ο Έπστιν ενθάρρυνε την τράπεζα να επανεξετάσει την προσέγγισή της στην εξυπηρέτηση δισεκατομμυριούχων. Εσωτερικά έγγραφα της Deutsche υπογραμμίζουν τη σημασία που αποδιδόταν στις σχέσεις του με τον Black.
Σε ένα εξ αυτών αναφερόταν ότι ο συνιδρυτής της Apollo ήταν πελάτης της Deutsche από τον Απρίλιο του 2014, κατόπιν σύστασης του Έπστιν. Σε άλλο, τραπεζίτης έγραφε ότι ο Έπστιν θα είχε «εξουσιοδότηση να διενεργεί συναλλαγές εκ μέρους του Leon». Οι σύνθετοι δεσμοί μεταξύ των οικονομικών των δύο ανδρών προκάλεσαν αργότερα ειδοποίηση συμμόρφωσης, όταν πληρωμή 22,5 εκατ. δολαρίων από οντότητα που κατείχε το γιοτ του Black προς άλλη που φερόταν να διαχειρίζεται «τα αεροσκάφη του Έπστιν» μπέρδεψε τους υπευθύνους AML της τράπεζας.
Ενώ ο Morris αποσπούσε επαίνους για την προσέλκυση του Έπστιν, ορισμένοι υπάλληλοι ένιωθαν άβολα. Μία νεότερη τραπεζίτης που εργάστηκε στον λογαριασμό του είπε αργότερα στο FBI ότι είχε μεταφέρει τις ανησυχίες της στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Θυμήθηκε ότι η υπεύθυνη HR της απάντησε: «Νιώθεις άβολα να κάνεις τη δουλειά για την οποία προσλήφθηκες;»
Όμως δεν ήταν μόνο ο Morris που έβλεπε στον Έπστιν «χρυσές ευκαιρίες». Πολλοί στη Deutsche ήθελαν να αξιοποιήσουν το δίκτυο επαφών του, παρότι η διαχείριση της περιουσίας ενός καταδικασμένου σεξουαλικού παραβάτη με προτίμηση σε πολύπλοκες – και σκοτεινές – συναλλαγές παρουσίαζε προκλήσεις. Οι τραπεζίτες αντιμετώπιζαν επαναλαμβανόμενες ειδοποιήσεις συμμόρφωσης που σχετίζονταν με το περίπλοκο πλέγμα συνεργατών που συνδέονταν με τα πολυάριθμα καταπιστεύματά του. Αλλά πάντα έβρισκαν «λύση».
«Πελάτης κλειδί»
Η τάση του Έπστιν για στοιχήματα σε μετοχές και παράγωγα συναλλάγματος προσέφερε προοπτική σημαντικών εσόδων από συναλλαγές για τη Deutsche. Η τράπεζα τον ενέταξε στην ομάδα «Key Client Partners», που παρείχε «καινοτόμες, εξατομικευμένες επενδυτικές λύσεις» σε επιλεγμένους πελάτες με περιουσία άνω των 100 εκατ. δολαρίων.
Λίγο μετά το 2016, ο Morris αποχώρησε από την τράπεζα και κόπηκε ο σύνδεσμος που είχε φέρει τον Έπστιν στη Deutsche Bank. Η τράπεζα συνέχισε να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς του, αλλά στις αρχές του 2017 σταμάτησε να του επιτρέπει να διαπραγματεύεται σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Πιο σοβαρά ζητήματα αναδύονταν. Εκείνη την άνοιξη η ομάδα συμμόρφωσης υπέβαλε δεύτερη αναφορά ύποπτης δραστηριότητας μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, προειδοποιώντας τις ρυθμιστικές αρχές ότι ο δικηγόρος του Έπστιν φαινόταν να εξαργυρώνει επιταγές σε διαφορετικές ημέρες για να αποφύγει το όριο αναφοράς. «Δεδομένου ότι είναι η δεύτερη φορά που συμβαίνει αυτό, πρέπει να συζητήσουμε το μέλλον αυτού του λογαριασμού», έγραψε στέλεχος συμμόρφωσης. Δεν ελήφθη καμία ενέργεια και μήνες αργότερα τραπεζίτες της Deutsche Bank ενέκριναν αύξηση του ημερήσιου ορίου αναλήψεων της χρεωστικής κάρτας του Έπστιν από 1.000 σε 12.000 δολάρια.
Η Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης διαπίστωσε στη συνέχεια ότι ο Έπστιν έκανε κατά μέσο όρο αναλήψεις 200.000 δολαρίων ετησίως σε μετρητά από τη Deutsche Bank. Ανέφερε ότι, αν και δεν ήταν σαφές αν τα χρήματα χρησιμοποιούνταν «για συγκάλυψη παλαιών εγκλημάτων, για διευκόλυνση νέων ή για κάποιον άλλο σκοπό», η αποτυχία της τράπεζας να αναγνωρίσει τον κίνδυνο συνιστούσε «σοβαρή αποτυχία συμμόρφωσης».
Οι πληρωμές σε νεαρές γυναίκες σε υπεράκτιες εταιρείες
Οι πληρωμές σε νεαρές γυναίκες στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία προκάλεσαν επίσης εσωτερικές συζητήσεις, αλλά χωρίς καμία ουσιαστική δράση. Ακόμη και τον Μάρτιο του 2017, όταν η ομάδα συμμόρφωσης εξέτασε το ενδεχόμενο επανελέγχου των λογαριασμών του, αφού εκείνος ανέφερε ότι δικαιούχος εμβάσματος ήταν «Ρωσίδα μοντέλο» με έδρα τη Μόσχα, τελικά αποφασίστηκε να μην ληφθεί κάποιο μέτρο.
Μέλος της ομάδας υποστήριξε ότι «αυτός ο τύπος δραστηριότητας είναι συνηθισμένος για τον συγκεκριμένο πελάτη και δεν θεωρείται ύποπτος», επιβεβαιώνοντας ότι η γυναίκα είχε διαδικτυακό προφίλ μοντέλου.
Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και με την Deutsche Bank υπόλογη, η τράπεζα ενημέρωσε τους εισαγγελείς ότι είχε διεκπεραιώσει πληρωμές προς μοντέλα μέσω υπεράκτιων εταιρειών όπως η «Comfort Corporation», για τις οποίες είχε ενημερωθεί ότι ήταν εκπαιδευτικά ιδρύματα. Έστειλε επίσης 80.000 δολάρια εκ μέρους του Έπστιν στο πρακτορείο του κυνηγού ταλέντων Jean-Luc Brunel, ο οποίος αργότερα πέθανε στη φυλακή ενώ ερευνάτο για βιασμό και προμήθεια ανήλικων κοριτσιών για τον Έπστιν.
Πάνω από 1 εκατ. δολάρια κέρδη το χρόνο από συναλλαγές και 225 εκατ. σε δεκάδες λογαριασμούς
Το καλοκαίρι του 2017 ο Έπστιν προσέλαβε τον Paul Barrett, ακόμη έναν πρώην ιδιώτη τραπεζίτη του από την JPMorgan, ως εσωτερικό του trader. Η Deutsche Bank είχε και η ίδια επιχειρήσει νωρίτερα να τον προσελκύσει και, με ένα οικείο πρόσωπο πλέον υπεύθυνο για τις συναλλαγές, επανενεργοποίησε τις γραμμές διαπραγμάτευσης. Ο διαχειριστής σχέσης Stewart Oldfield έγινε ο βασικός τραπεζίτης του Έπστιν στη Deutsche Bank και επιχείρησε να αποκαταστήσει δεσμούς με τη στενή του ομάδα. To 2018 έγραψε σε ενημέρωσή του πως «κατάφερα να διασώσω και να βελτιώσω σημαντικά αυτή τη σχέση», προσθέτοντας ότι ο Έπστιν ήταν «πλέον ο μεγαλύτερος αντισυμβαλλόμενος σε συναλλαγές της ομάδας κεφαλαιαγορών KCP».
Το προφίλ πελάτη της Deutsche Bank για τον Έπστιν εκείνη τη χρονιά σημείωνε ότι η τράπεζα θα μπορούσε δυνητικά να αυξήσει τις δραστηριότητές της μαζί του «σε πάνω από 1 εκατ. δολάρια σε έσοδα από συναλλαγές». Στις αρχές του 2018 ο Έπστιν επικοινώνησε με τον Oldfield με επείγον αίτημα: χρειαζόταν να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό για νέο καταπίστευμα μέσα σε μόλις 10 ημέρες.
Ο Έπστιν διατηρούσε ήδη σχεδόν 225 εκατ. δολάρια στη Deutsche σε δεκάδες λογαριασμούς. Η ομάδα ιδιωτικής διαχείρισης πλούτου κινητοποιήθηκε για να εξασφαλίσει έγκριση από την εκτελεστική επιτροπή. Ακολούθησε καταιγισμός emails με θέμα: «RUSH EXCO approval needed». Ο Oldfield παρενέβη για να στηρίξει το αίτημα νεότερου τραπεζίτη: «Ο πελάτης επιθυμεί να χρηματοδοτήσει τον λογαριασμό το συντομότερο δυνατό. Παρακαλώ εγκρίνετε όταν μπορέσετε».
Στα έντυπα αιτήματος αναφέρονταν η καταδίκη του Έπστιν για υπόθεση προσέλκυσης ανήλικης σε πορνεία, καθώς και υπόθεση εσωτερικής πληροφόρησης που είχε διευθετήσει. Είχε επίσης χαρακτηριστεί πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο λόγω της «στενής σχέσης» του με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Bill Clinton και τον Mountbatten-Windsor.
Ωστόσο ο Patrick Campion, τότε επικεφαλής της δραστηριότητας διαχείρισης πλούτου της Deutsche στις ΗΠΑ, ενέκρινε τον λογαριασμό για το λεγόμενο Caterpillar Trust. Άλλος τραπεζίτης ενημέρωσε τους προϊσταμένους του ότι «ο λόγος της βιασύνης είναι επικείμενη εξαγορά», παρότι ακόμη και μία από τις ίδιες τις διαχειρίστριες του καταπιστεύματος δεν ήταν βέβαιη για τον σκοπό του.
«Για ποιο λόγο είναι το Caterpillar Trust;» ρώτησε η επί χρόνια βοηθός του Έπστιν, Lesley Groff, έναν από τους λογιστές του, προσθέτοντας: «Υπογράφω αλλά δεν καταλαβαίνω πραγματικά τον ρόλο μου». Η λογίστρια Bella Klein εξήγησε ότι ο λογαριασμός χρειαζόταν για να «σταθμεύσουν χρήματα» από επικείμενες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, διαβεβαιώνοντάς την ότι η υπογραφή ήταν «τυπική διαδικασία».
Μέχρι το τέλος η κάλυψη
Καθώς η δημοσιότητα γύρω από τον Έπστιν εντεινόταν, ο Oldfield απέρριπτε επανειλημμένα τις ανησυχίες συμμόρφωσης. Τον Ιούλιο του 2018 παραπονέθηκε ότι ορισμένα αιτήματα έμοιαζαν «παράλογα», προσθέτοντας ότι ο Έπστιν είχε «εγκριθεί επανειλημμένα από τη διοίκηση».
Όμως μέχρι το τέλος του έτους τα πρωτοσέλιδα ήταν δύσκολο να αγνοηθούν. Μετά από εσωτερικές διαβουλεύσεις, στις οποίες ο Oldfield σημείωσε ότι ο Έπστιν απέφερε πάνω από 1 εκατ. δολάρια ετησίως σε έσοδα, ο τραπεζίτης επικοινώνησε μαζί του στις 21 Δεκεμβρίου για να τον ενημερώσει ότι η Deutsche Bank τερματίζει τη σχέση. Η ομάδα του Έπστιν είχε προθεσμία έως τις 29 Φεβρουαρίου να μεταφέρει τα κεφάλαια αλλού.
Δεν επρόκειτο για καθαρή ρήξη. Ο Oldfield αργότερα έδωσε παρατάσεις και, για να μην καθυστερήσουν οι μεταφορές, ενημέρωσε τη συμμόρφωση ότι δεν ήταν απαραίτητοι νέοι έλεγχοι KYC, καθώς ο Έπστιν αποχωρούσε από την τράπεζα. Ο Oldfield συνέχιζε να διευκολύνει πληρωμές. «Μου έχουν υποσχεθεί ότι θα έχουν φύγει πλήρως μέχρι τις 6 Μαΐου, αλλά ελπίζω μέχρι τα τέλη Απριλίου», έγραψε σε συνάδελφο εκείνον τον μήνα. «Οπότε συνεχίστε να τους βοηθάτε να στέλνουν εμβάσματα».
Ο Έπστιν συνελήφθη στις 6 Ιουλίου και κατηγορήθηκε για διακίνηση ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Οι λογαριασμοί του στη Deutsche Bank ήταν πλέον ουσιαστικά άδειοι, αλλά πολλοί παρέμεναν ανοικτοί. Την επόμενη ημέρα ο Oldfield επέπληξε συναδέλφους, λέγοντας ότι «αυτοί οι λογαριασμοί έπρεπε να έχουν κλείσει εδώ και καιρό».
Η Deutsche Bank ανέφερε στους Financial Times ότι «εργάστηκε για να διασφαλίσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Έπστιν μεταφέρθηκαν εκτός τράπεζας» τους μήνες μετά την ειδοποίηση για το κλείσιμο των λογαριασμών του. Αργότερα απέλυσε τον Oldfield για φερόμενη «έλλειψη της αναμενόμενης… επιμέλειας για συγκεκριμένο πελάτη», σύμφωνα με κανονιστικές καταχωρίσεις. Στις 8 Ιουλίου εισαγγελείς της Νέας Υόρκης κατηγόρησαν τον Έπστιν ότι εκμεταλλευόταν σεξουαλικά «εκτεταμένο δίκτυο ανήλικων θυμάτων».
Πηγή: Financial Times
Ο πελάτης, σύμφωνα με το δημοσίευμα των FT, ήταν ο Τζέφρι Έπστiν, ο οποίος είχε μεταφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, αφού η JPMorgan διέκοψε τη συνεργασία μαζί του το 2013. Η Deutsche Bank επέτρεπε συχνά στον καταδικασμένο για σεξουαλικά αδικήματα να στέλνει χρήματα στο εξωτερικό για να καλύπτει έξοδα νεαρών γυναικών. Αργότερα ανέφερε στους εισαγγελείς ότι είχε αποστείλει περίπου 875.000 δολάρια σε «υποτιθέμενα ξένα μοντέλα» κατά τη σχεδόν εξαετή περίοδο που διαχειριζόταν τα οικονομικά του
Το 2008, έπειτα από χρόνια καταγγελιών από έφηβες που είχαν κακοποιηθεί, ο Τζέφρι Έπστιν εξασφάλισε αυτό που αργότερα περιγράφηκε ως μία από τις πιο εξαιρετικές συμφωνίες ομολογίας ενοχής στη σύγχρονη νομική ιστορία των ΗΠΑ. Ομολόγησε την ενοχή του για προαγωγή ανηλίκου στην πορνεία και εξέτισε λιγότερους από 13 μήνες μιας ποινής φυλάκισης 18 μηνών, μεγάλο μέρος της οποίας σε καθεστώς άδειας για εργασία.
Διατήρησε τη θέση του στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους
Με αυτόν τον τρόπο απέφυγε ομοσπονδιακές κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση, οι οποίες μπορούσαν να επισύρουν ακόμη και ισόβια κάθειρξη. Παρά το νέο του καθεστώς ως καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα, ο Έπστιν διατήρησε τη θέση του στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους και αποκατέστησε τις σχέσεις του με δισεκατομμυριούχους και ανώτερα τραπεζικά στελέχη.
Τα αρχεία δείχνουν ότι το νοσηρό κύκλωμά του ήταν σε άμεση εξάρτηση από ένα τραπεζικό σύστημα που συνέχιζε να τον καλύπτει «ξεπλένοντας» τα χρήματά του. Όσο αυτό το «πλυντήριο» παρέμενε ενεργό, οι πύλες προς την εξουσία δεν έκλειναν. Και σε αντάλλαγμα, ο Έπσταϊν προσέφερε και άλλους πελάτες από την οικονομική ελίτ.
Η Deutsche Bank έχει ήδη καταβάλει 225 εκατ. δολάρια σε πρόστιμα και συμβιβασμούς που σχετίζονται με τον Έπστιν , καθώς και για παραλείψεις συμμόρφωσης που συνδέονταν με ρωσικό σχήμα ξεπλύματος χρήματος. Σε δήλωσή της στους Financial Times ανέφερε ότι αναγνώρισε «το λάθος της ένταξης του Τζέφρι Έπστιν ως πελάτη το 2013», καθώς και τις «αδυναμίες» στις διαδικασίες της, οι οποίες, όπως σημείωσε, «αντιμετωπίστηκαν συστηματικά», εκφράζοντας βαθιά λύπη για τη σχέση της μαζί του. Η συνεργασία της Deutsche Bank με τον Τζέφρι Έπστιν κράτησε μέχρι το 2018, δηλαδή μία δεκαετία μετά την πρώτη καταδίκη του.
Δεκάδες χιλιάδες εσωτερικά emails και έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης στο πλαίσιο των αρχείων Έπσταϊν σκιαγραφούν για πρώτη φορά με γλαφυρό τρόπο πώς ο γερμανικός τραπεζικός όμιλος του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες. Οι φάκελοι ρίχνουν νέο φως στο πώς, παρά την καταδίκη του, παρέμεινε για χρόνια ενταγμένος στα ελίτ χρηματοπιστωτικά δίκτυα. Το 2019 του απαγγέλθηκαν εκ νέου κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων, πριν από τον θάνατό του που αποδόθηκε σε αυτοκτονία, ενώ βρισκόταν στο κελί του υπό κράτηση.
Η κάλυψη της Deutsche Bank στον Έπστιν
Το 2012 ο τότε συν-διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Anshu Jain, έθεσε ως κορυφαία προτεραιότητα την επέκταση της διαχείρισης πλούτου. Καθώς επιδίωκε να προσελκύσει κορυφαίους ιδιώτες τραπεζίτες από αμερικανικούς ανταγωνιστές, στόχευσε στον Paul Morris της JPMorgan, του οποίου το πελατολόγιο περιλάμβανε εξαιρετικά εύπορους πελάτες, μεταξύ αυτών και τον Έπστιν .
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς ο Morris ενημέρωσε τον Έπστιν ότι αποχωρούσε από την JPMorgan. Μέσα σε λίγες εβδομάδες από την ένταξή του στη Deutsche Bank κανόνιζε συναντήσεις μαζί του και μέχρι την άνοιξη του 2013 οι συζητήσεις για τη μεταφορά των δραστηριοτήτων του στη γερμανική τράπεζα είχαν ενταθεί.
Ένας πελάτης υψηλού ρίσκου με ποινική καταδίκη θα έπρεπε κανονικά να περάσει από έλεγχο επιτροπής φήμης. Όμως τον Μάιο του 2013, ο Chip Packard, τότε συν-επικεφαλής της δραστηριότητας διαχείρισης πλούτου της Deutsche Bank στις ΗΠΑ, ενημέρωσε συναδέλφους ότι ένας από τους κορυφαίους νομικούς της τράπεζας και ανώτερο στέλεχος της αμερικανικής ομάδας κατά του ξεπλύματος χρήματος είχαν προτείνει πως αυτό δεν ήταν απαραίτητο. «Μπορούμε να προχωρήσουμε εφόσον δεν προκύψει κάτι περαιτέρω μέσω των διαδικασιών “γνωρίστε τον πελάτη σας” και AML», έγραψε.
Οι συζητήσεις ήταν κρίσιμες για τον Τζέφρι Έπστιν . Τον Αύγουστο του 2013 ενημερώθηκε ότι η JPMorgan θα διέκοπτε τη συνεργασία μαζί του, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια αλλού. «Θα μεταφέρω όλους τους λογαριασμούς μου σε εσάς και στη DB», έγραψε εκείνον τον μήνα στον Morris. «Τζέφρι, υπέροχα!» απάντησε ο Morris. «Εκτιμώ την πίστη και την εμπιστοσύνη σου».
Λίγες ημέρες αργότερα ο Morris ενημέρωσε τον Packard ότι ο Έπστιν θα μετέφερε περισσότερα χρήματα «από όσα αρχικά αναμένονταν». Όταν 180 εκατ. δολάρια έφτασαν τον Οκτώβριο, ο Packard έγραψε: «Συγχαρητήρια για τη χρηματοδότηση του Έπστιν!»
Καθώς το 2013 έφτανε στο τέλος του, ο Morris έστειλε ευχές για το νέο έτος στον Έπστιν αλλά και σε μία ακόμη πρώην πελάτισσα της JPMorgan: τη Ghislaine Maxwell, τη Βρετανίδα κοσμική και συνεργάτιδα του Τζέφρι Έπστιν, η οποία που αργότερα φυλακίστηκε για τη στρατολόγηση ανήλικων κοριτσιών για λογαριασμό του.
Το «ποντάρισμα» του τραπεζικού κολοσσού στις διασυνδέσεις του Έπστιν
Έχοντας «κερδίσει» τον λογαριασμό του Έπστιν από την JPMorgan το 2013, όπως περιέγραφαν εσωτερικά οι τραπεζίτες της Deutsche, η τράπεζα επιδίωξε να αξιοποιήσει τις διασυνδέσεις του για να εδραιωθεί περαιτέρω στον κύκλο των υπερπλούσιων.
Ο Τζέφρι Έπστιν «έχει πολλές σημαντικές σχέσεις», έγραψε τον Ιανουάριο του 2014 σε συναδέλφους η Caroline Kitidis, τότε ανώτερη τραπεζίτης στη μονάδα διαχείρισης πλούτου της Deutsche. Η Kitidis ανέφερε ότι είχε συναντήσει τον Leon Black, συνιδρυτή της Apollo Global Management, στο σπίτι του Έπσταϊν και ότι διέθετε 500 εκατ. δολάρια σε μετρητά «που θέλει να επενδύσει». Μεταξύ άλλων πιθανών πελατών ήταν και ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Lawrence Summers. «Με λίγα λόγια, μια πολύ καλή ευκαιρία — θεωρούμε ότι πρόκειται, ελπίζουμε, για σχέση πρώτης κατηγορίας», έγραψε για τον Έπστιν.
Σημειώσεις από συνάντηση τον Σεπτέμβριο του 2015 δείχνουν ότι ο Έπστιν ενθάρρυνε την τράπεζα να επανεξετάσει την προσέγγισή της στην εξυπηρέτηση δισεκατομμυριούχων. Εσωτερικά έγγραφα της Deutsche υπογραμμίζουν τη σημασία που αποδιδόταν στις σχέσεις του με τον Black.
Σε ένα εξ αυτών αναφερόταν ότι ο συνιδρυτής της Apollo ήταν πελάτης της Deutsche από τον Απρίλιο του 2014, κατόπιν σύστασης του Έπστιν. Σε άλλο, τραπεζίτης έγραφε ότι ο Έπστιν θα είχε «εξουσιοδότηση να διενεργεί συναλλαγές εκ μέρους του Leon». Οι σύνθετοι δεσμοί μεταξύ των οικονομικών των δύο ανδρών προκάλεσαν αργότερα ειδοποίηση συμμόρφωσης, όταν πληρωμή 22,5 εκατ. δολαρίων από οντότητα που κατείχε το γιοτ του Black προς άλλη που φερόταν να διαχειρίζεται «τα αεροσκάφη του Έπστιν» μπέρδεψε τους υπευθύνους AML της τράπεζας.
Ενώ ο Morris αποσπούσε επαίνους για την προσέλκυση του Έπστιν, ορισμένοι υπάλληλοι ένιωθαν άβολα. Μία νεότερη τραπεζίτης που εργάστηκε στον λογαριασμό του είπε αργότερα στο FBI ότι είχε μεταφέρει τις ανησυχίες της στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Θυμήθηκε ότι η υπεύθυνη HR της απάντησε: «Νιώθεις άβολα να κάνεις τη δουλειά για την οποία προσλήφθηκες;»
Όμως δεν ήταν μόνο ο Morris που έβλεπε στον Έπστιν «χρυσές ευκαιρίες». Πολλοί στη Deutsche ήθελαν να αξιοποιήσουν το δίκτυο επαφών του, παρότι η διαχείριση της περιουσίας ενός καταδικασμένου σεξουαλικού παραβάτη με προτίμηση σε πολύπλοκες – και σκοτεινές – συναλλαγές παρουσίαζε προκλήσεις. Οι τραπεζίτες αντιμετώπιζαν επαναλαμβανόμενες ειδοποιήσεις συμμόρφωσης που σχετίζονταν με το περίπλοκο πλέγμα συνεργατών που συνδέονταν με τα πολυάριθμα καταπιστεύματά του. Αλλά πάντα έβρισκαν «λύση».
«Πελάτης κλειδί»
Η τάση του Έπστιν για στοιχήματα σε μετοχές και παράγωγα συναλλάγματος προσέφερε προοπτική σημαντικών εσόδων από συναλλαγές για τη Deutsche. Η τράπεζα τον ενέταξε στην ομάδα «Key Client Partners», που παρείχε «καινοτόμες, εξατομικευμένες επενδυτικές λύσεις» σε επιλεγμένους πελάτες με περιουσία άνω των 100 εκατ. δολαρίων.
Λίγο μετά το 2016, ο Morris αποχώρησε από την τράπεζα και κόπηκε ο σύνδεσμος που είχε φέρει τον Έπστιν στη Deutsche Bank. Η τράπεζα συνέχισε να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς του, αλλά στις αρχές του 2017 σταμάτησε να του επιτρέπει να διαπραγματεύεται σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Πιο σοβαρά ζητήματα αναδύονταν. Εκείνη την άνοιξη η ομάδα συμμόρφωσης υπέβαλε δεύτερη αναφορά ύποπτης δραστηριότητας μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, προειδοποιώντας τις ρυθμιστικές αρχές ότι ο δικηγόρος του Έπστιν φαινόταν να εξαργυρώνει επιταγές σε διαφορετικές ημέρες για να αποφύγει το όριο αναφοράς. «Δεδομένου ότι είναι η δεύτερη φορά που συμβαίνει αυτό, πρέπει να συζητήσουμε το μέλλον αυτού του λογαριασμού», έγραψε στέλεχος συμμόρφωσης. Δεν ελήφθη καμία ενέργεια και μήνες αργότερα τραπεζίτες της Deutsche Bank ενέκριναν αύξηση του ημερήσιου ορίου αναλήψεων της χρεωστικής κάρτας του Έπστιν από 1.000 σε 12.000 δολάρια.
Η Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης διαπίστωσε στη συνέχεια ότι ο Έπστιν έκανε κατά μέσο όρο αναλήψεις 200.000 δολαρίων ετησίως σε μετρητά από τη Deutsche Bank. Ανέφερε ότι, αν και δεν ήταν σαφές αν τα χρήματα χρησιμοποιούνταν «για συγκάλυψη παλαιών εγκλημάτων, για διευκόλυνση νέων ή για κάποιον άλλο σκοπό», η αποτυχία της τράπεζας να αναγνωρίσει τον κίνδυνο συνιστούσε «σοβαρή αποτυχία συμμόρφωσης».
Οι πληρωμές σε νεαρές γυναίκες σε υπεράκτιες εταιρείες
Οι πληρωμές σε νεαρές γυναίκες στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία προκάλεσαν επίσης εσωτερικές συζητήσεις, αλλά χωρίς καμία ουσιαστική δράση. Ακόμη και τον Μάρτιο του 2017, όταν η ομάδα συμμόρφωσης εξέτασε το ενδεχόμενο επανελέγχου των λογαριασμών του, αφού εκείνος ανέφερε ότι δικαιούχος εμβάσματος ήταν «Ρωσίδα μοντέλο» με έδρα τη Μόσχα, τελικά αποφασίστηκε να μην ληφθεί κάποιο μέτρο.
Μέλος της ομάδας υποστήριξε ότι «αυτός ο τύπος δραστηριότητας είναι συνηθισμένος για τον συγκεκριμένο πελάτη και δεν θεωρείται ύποπτος», επιβεβαιώνοντας ότι η γυναίκα είχε διαδικτυακό προφίλ μοντέλου.
Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και με την Deutsche Bank υπόλογη, η τράπεζα ενημέρωσε τους εισαγγελείς ότι είχε διεκπεραιώσει πληρωμές προς μοντέλα μέσω υπεράκτιων εταιρειών όπως η «Comfort Corporation», για τις οποίες είχε ενημερωθεί ότι ήταν εκπαιδευτικά ιδρύματα. Έστειλε επίσης 80.000 δολάρια εκ μέρους του Έπστιν στο πρακτορείο του κυνηγού ταλέντων Jean-Luc Brunel, ο οποίος αργότερα πέθανε στη φυλακή ενώ ερευνάτο για βιασμό και προμήθεια ανήλικων κοριτσιών για τον Έπστιν.
Πάνω από 1 εκατ. δολάρια κέρδη το χρόνο από συναλλαγές και 225 εκατ. σε δεκάδες λογαριασμούς
Το καλοκαίρι του 2017 ο Έπστιν προσέλαβε τον Paul Barrett, ακόμη έναν πρώην ιδιώτη τραπεζίτη του από την JPMorgan, ως εσωτερικό του trader. Η Deutsche Bank είχε και η ίδια επιχειρήσει νωρίτερα να τον προσελκύσει και, με ένα οικείο πρόσωπο πλέον υπεύθυνο για τις συναλλαγές, επανενεργοποίησε τις γραμμές διαπραγμάτευσης. Ο διαχειριστής σχέσης Stewart Oldfield έγινε ο βασικός τραπεζίτης του Έπστιν στη Deutsche Bank και επιχείρησε να αποκαταστήσει δεσμούς με τη στενή του ομάδα. To 2018 έγραψε σε ενημέρωσή του πως «κατάφερα να διασώσω και να βελτιώσω σημαντικά αυτή τη σχέση», προσθέτοντας ότι ο Έπστιν ήταν «πλέον ο μεγαλύτερος αντισυμβαλλόμενος σε συναλλαγές της ομάδας κεφαλαιαγορών KCP».
Το προφίλ πελάτη της Deutsche Bank για τον Έπστιν εκείνη τη χρονιά σημείωνε ότι η τράπεζα θα μπορούσε δυνητικά να αυξήσει τις δραστηριότητές της μαζί του «σε πάνω από 1 εκατ. δολάρια σε έσοδα από συναλλαγές». Στις αρχές του 2018 ο Έπστιν επικοινώνησε με τον Oldfield με επείγον αίτημα: χρειαζόταν να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό για νέο καταπίστευμα μέσα σε μόλις 10 ημέρες.
Ο Έπστιν διατηρούσε ήδη σχεδόν 225 εκατ. δολάρια στη Deutsche σε δεκάδες λογαριασμούς. Η ομάδα ιδιωτικής διαχείρισης πλούτου κινητοποιήθηκε για να εξασφαλίσει έγκριση από την εκτελεστική επιτροπή. Ακολούθησε καταιγισμός emails με θέμα: «RUSH EXCO approval needed». Ο Oldfield παρενέβη για να στηρίξει το αίτημα νεότερου τραπεζίτη: «Ο πελάτης επιθυμεί να χρηματοδοτήσει τον λογαριασμό το συντομότερο δυνατό. Παρακαλώ εγκρίνετε όταν μπορέσετε».
Στα έντυπα αιτήματος αναφέρονταν η καταδίκη του Έπστιν για υπόθεση προσέλκυσης ανήλικης σε πορνεία, καθώς και υπόθεση εσωτερικής πληροφόρησης που είχε διευθετήσει. Είχε επίσης χαρακτηριστεί πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο λόγω της «στενής σχέσης» του με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Bill Clinton και τον Mountbatten-Windsor.
Ωστόσο ο Patrick Campion, τότε επικεφαλής της δραστηριότητας διαχείρισης πλούτου της Deutsche στις ΗΠΑ, ενέκρινε τον λογαριασμό για το λεγόμενο Caterpillar Trust. Άλλος τραπεζίτης ενημέρωσε τους προϊσταμένους του ότι «ο λόγος της βιασύνης είναι επικείμενη εξαγορά», παρότι ακόμη και μία από τις ίδιες τις διαχειρίστριες του καταπιστεύματος δεν ήταν βέβαιη για τον σκοπό του.
«Για ποιο λόγο είναι το Caterpillar Trust;» ρώτησε η επί χρόνια βοηθός του Έπστιν, Lesley Groff, έναν από τους λογιστές του, προσθέτοντας: «Υπογράφω αλλά δεν καταλαβαίνω πραγματικά τον ρόλο μου». Η λογίστρια Bella Klein εξήγησε ότι ο λογαριασμός χρειαζόταν για να «σταθμεύσουν χρήματα» από επικείμενες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, διαβεβαιώνοντάς την ότι η υπογραφή ήταν «τυπική διαδικασία».
Μέχρι το τέλος η κάλυψη
Καθώς η δημοσιότητα γύρω από τον Έπστιν εντεινόταν, ο Oldfield απέρριπτε επανειλημμένα τις ανησυχίες συμμόρφωσης. Τον Ιούλιο του 2018 παραπονέθηκε ότι ορισμένα αιτήματα έμοιαζαν «παράλογα», προσθέτοντας ότι ο Έπστιν είχε «εγκριθεί επανειλημμένα από τη διοίκηση».
Όμως μέχρι το τέλος του έτους τα πρωτοσέλιδα ήταν δύσκολο να αγνοηθούν. Μετά από εσωτερικές διαβουλεύσεις, στις οποίες ο Oldfield σημείωσε ότι ο Έπστιν απέφερε πάνω από 1 εκατ. δολάρια ετησίως σε έσοδα, ο τραπεζίτης επικοινώνησε μαζί του στις 21 Δεκεμβρίου για να τον ενημερώσει ότι η Deutsche Bank τερματίζει τη σχέση. Η ομάδα του Έπστιν είχε προθεσμία έως τις 29 Φεβρουαρίου να μεταφέρει τα κεφάλαια αλλού.
Δεν επρόκειτο για καθαρή ρήξη. Ο Oldfield αργότερα έδωσε παρατάσεις και, για να μην καθυστερήσουν οι μεταφορές, ενημέρωσε τη συμμόρφωση ότι δεν ήταν απαραίτητοι νέοι έλεγχοι KYC, καθώς ο Έπστιν αποχωρούσε από την τράπεζα. Ο Oldfield συνέχιζε να διευκολύνει πληρωμές. «Μου έχουν υποσχεθεί ότι θα έχουν φύγει πλήρως μέχρι τις 6 Μαΐου, αλλά ελπίζω μέχρι τα τέλη Απριλίου», έγραψε σε συνάδελφο εκείνον τον μήνα. «Οπότε συνεχίστε να τους βοηθάτε να στέλνουν εμβάσματα».
Ο Έπστιν συνελήφθη στις 6 Ιουλίου και κατηγορήθηκε για διακίνηση ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Οι λογαριασμοί του στη Deutsche Bank ήταν πλέον ουσιαστικά άδειοι, αλλά πολλοί παρέμεναν ανοικτοί. Την επόμενη ημέρα ο Oldfield επέπληξε συναδέλφους, λέγοντας ότι «αυτοί οι λογαριασμοί έπρεπε να έχουν κλείσει εδώ και καιρό».
Η Deutsche Bank ανέφερε στους Financial Times ότι «εργάστηκε για να διασφαλίσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Έπστιν μεταφέρθηκαν εκτός τράπεζας» τους μήνες μετά την ειδοποίηση για το κλείσιμο των λογαριασμών του. Αργότερα απέλυσε τον Oldfield για φερόμενη «έλλειψη της αναμενόμενης… επιμέλειας για συγκεκριμένο πελάτη», σύμφωνα με κανονιστικές καταχωρίσεις. Στις 8 Ιουλίου εισαγγελείς της Νέας Υόρκης κατηγόρησαν τον Έπστιν ότι εκμεταλλευόταν σεξουαλικά «εκτεταμένο δίκτυο ανήλικων θυμάτων».
Πηγή: Financial Times
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση