Όπως είναι προφανές εδώ και μερικούς μήνες, Άγκυρα και Ουάσιγκτον φαίνεται να εισέρχονται σε μια περίοδο στρατηγικής επαναπροσέγγισης, ή έσ...

Όπως είναι προφανές εδώ και μερικούς μήνες, Άγκυρα και Ουάσιγκτον φαίνεται να εισέρχονται σε μια περίοδο στρατηγικής επαναπροσέγγισης, ή έστω επανατοποθέτησης.
Το ερώτημα είναι εάν η Αθήνα έχει προετοιμαστεί για αυτή τη μεταβολή ή αν εξακολουθεί να επενδύει σε μια εικόνα του διεθνούς περιβάλλοντος που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα και στο οποί καθυστερεί να αντιδράσει.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά πολύ ευρύτερα από μια τυπική συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας.
Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εμφανίζονται (στα λόγια επί του παρόντος) ιδιαίτερα θερμές, αναμένεται να αποτελέσει και το ισχυρότερο πολιτικό μήνυμα: Η κυβέρνηση Τράμπ επανατοποθετεί την Τουρκία σε ένα από τα επίκεντρα της στρατηγικής της.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απαραίτητα έναν αιφνιδιασμό. Θα μπορούσε όμως να αποδειχθεί η δυσάρεστη επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας που πολλοί αναλυτές προειδοποιούσαν εδώ και μήνες: ότι η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας είναι τόσο μεγάλη, που καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν θέλει να αποδεχθεί τη μακροχρόνια απομάκρυνσή της από τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Γιατί ο Τραμπ βλέπει την Τουρκία ως στρατηγικό κεφάλαιο
Σε αντίθεση με την προσέγγιση των προηγούμενων ετών, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει την Τουρκία πρωτίστως ως κρίσιμο γεωπολιτικό εταίρο. Δεν ασχολείται με τον τρόπο εξάσκησης της δημοκρατίας ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Άγκυρα θεωρείται απαραίτητη για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Συρία, τον Καύκασο, την Ουκρανία και τη διαχείριση των σχέσεων με το Ιράν.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναγνωρίζουν πως τα τελευταία χρόνια η δημόσια κριτική προς τον Ερντογάν έχει περιοριστεί αισθητά, καθώς η στρατηγική χρησιμότητα της Τουρκίας υπερισχύει πλέον άλλων παραμέτρων.
Οπότε και οι πολιτικοί του αντίπαλοι που έχουν φυλακισθεί δεν αναστατώνουν ιδιαίτερα τη στάση των πολιτικών ηγετών ανά τον κόσμο. Ούτε καν βέβαια και της Ευρωπαϊκής Ένωσης…
Οι κινητήρες F-110: το πρώτο βήμα της επαναπροσέγγισης
Για την αμερικανοτουρκική επαναπροσέγγιση, το πιο «ώριμο» ζήτημα αφορά τους κινητήρες General Electric F-110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ενημερώσει το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πώληση κινητήρων κόστους άνω των 700 εκατ. δολαρίων, παρά τις αντιδράσεις αρκετών βουλευτών. Πρόκειται για μια απόφαση με έντονο πολιτικό συμβολισμό, καθώς αποτελεί την πρώτη σημαντική αμερικανική αμυντική παραχώρηση προς την Τουρκία μετά την κρίση των S-400.
Για την Άγκυρα, οι κινητήρες δεν αποτελούν απλώς ένα τεχνικό εξάρτημα. Άλλωστε και η Τουρκία δεν έχει τεχνολογική βάση να κατασκευάσει αεροκινητήρες, έστω κι αν οι F-110 (εξοπλίζουν πολλά από τα F-16 ανά τον κόσμο), είναι προϊόν της δεκαετίας του ’80. Διαμορφώνουν όμως τη γέφυρα που επιτρέπει στο πρόγραμμα KAAN να περάσει από τη φάση των πρωτοτύπων στην παραγωγική ωρίμανση. Τουλάχιστον ως προς την πτήση, μια και η υπόθεση των αισθητήρων (ραντάρ κλπ) θα καθυστερήσει περισσότερο.
Θα ανοίξει η υπόθεση των F-35;
Εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Ιδιαίτερα σε μία Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός του προγράμματος F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών αντιαεροπορικών S-400 και των σχετικών περιορισμών της αμερικανικής νομοθεσίας ως προς τη δυνατότητα των πυταύλων να αποκτήσουν τους κωδικούς αμερικανικών μαχητικών. Το Κογκρέσο εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ευρύτερων αμυντικών συμφωνιών με την Τουρκία δείχνει πως το θέμα δεν θεωρείται πλέον «πολιτικά απαγορευμένο».
Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, κανείς δεν αναμένει μια ανακοίνωση για επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Όμως ακόμη και η έναρξη ενός πολιτικού διαλόγου θα αποτελέσει στρατηγική μεταβολή σε σχέση με την κατάσταση των τελευταίων ετών.
Το ερώτημα για την ελληνική κυβέρνηση
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέβαλε δικαιολογημένα την ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, την Αμοιβαία Αμυντική Συμφωνία, την απόκτηση των Rafale, την είσοδο στο πρόγραμμα των F-35 και την αναβάθμιση των F-16 ως στοιχεία που αναβάθμιζαν τη θέση της Ελλάδας. Όμως η ελληνική στρατηγική συνοδεύτηκε και από μια πολιτική παραδοχή: ότι η Τουρκία θα παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη λόγω των S-400 και ότι η Αθήνα θα διατηρούσε ένα σχεδόν αποκλειστικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η παραδοχή αυτή φαίνεται πλέον να δοκιμάζεται. Η πραγματικότητα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιλέγουν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Προσπαθούν να διατηρήσουν και τις δύο χώρες όσο το δυνατόν πιο κοντά στη δυτική στρατηγική, ακόμη και αν αυτό δημιουργεί δυσφορία σε Αθήνα και Άγκυρα αντίστοιχα.
Έγινε η απαραίτητη προετοιμασία;
Το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα, είναι αν υπήρξε έγκαιρη ελληνική διπλωματική κινητοποίηση προς τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια να τεθούν όροι και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε νέα αμερικανική αμυντική συνεργασία με την Τουρκία; Ή η Αθήνα περιορίστηκε στην πεποίθηση ότι οι αμερικανικές επιφυλάξεις απέναντι στην Άγκυρα θα παρέμεναν αμετάβλητες;
Μέχρι στιγμής, σε δημόσιο επίπεδο, δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο ολοκληρωμένο ελληνικό σχέδιο διαχείρισης ενός σεναρίου πλήρους εξομάλυνσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Στο παρασκήνιο, ωστόσο, υπάρχει διπλωματική δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Όμως η δημόσια εικόνα από κυβερνητικής πλευράς, παραμένει περισσότερο καθησυχαστική παρά προσανατολισμένη στη διαχείριση μιας ενδεχόμενης στρατηγικής ανατροπής.
Το ΝΑΤΟ και τα «χαρτιά» του Αιγαίου
Η εικόνα προφανώς δεν είναι μονοδιάστατη. Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα με τα Rafale, την επικείμενη ένταξη των F-35, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper, δύο επιπλέον φρεγάτες Belharra σε διάστημα περίπου ενός έτους και ένα ευρύ πλέγμα στρατηγικών συνεργασιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι αν η Ελλάδα ενισχύεται, αλλά εαν η Τουρκία ενισχύεται με ταχύτερους ρυθμούς από εκείνους που είχε προβλέψει η ελληνική πλευρά. Εάν η Άγκυρα εξασφαλίσει τους κινητήρες για το KAAN, ανοίξει πολιτικό διάλογο για τα F-35 και αποκαταστήσει πλήρως τη σχέση της με την κυβέρνηση Τραμπ, τότε η εξίσωση ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αλλάξει αισθητά μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα πιθανότατα δεν ανακοινώσει θεαματικές αποφάσεις. Μπορεί όμως να σηματοδοτήσει κάτι σημαντικότερο: την επίσημη επιστροφή της Τουρκίας ως προνομιακού συνομιλητή της Ουάσιγκτον. Και τότε η ελληνική συζήτηση δεν θα αφορά το τι πέτυχε ο Ερντογάν, αλλά το κατά πόσο η Αθήνα είχε «διαβάσει» έγκαιρα τη νέα αμερικανική στρατηγική ή αν συνέχισε να σχεδιάζει με βάση τις ισορροπίες του χθες.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά πολύ ευρύτερα από μια τυπική συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας.
Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εμφανίζονται (στα λόγια επί του παρόντος) ιδιαίτερα θερμές, αναμένεται να αποτελέσει και το ισχυρότερο πολιτικό μήνυμα: Η κυβέρνηση Τράμπ επανατοποθετεί την Τουρκία σε ένα από τα επίκεντρα της στρατηγικής της.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απαραίτητα έναν αιφνιδιασμό. Θα μπορούσε όμως να αποδειχθεί η δυσάρεστη επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας που πολλοί αναλυτές προειδοποιούσαν εδώ και μήνες: ότι η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας είναι τόσο μεγάλη, που καμία αμερικανική κυβέρνηση δεν θέλει να αποδεχθεί τη μακροχρόνια απομάκρυνσή της από τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Γιατί ο Τραμπ βλέπει την Τουρκία ως στρατηγικό κεφάλαιο
Σε αντίθεση με την προσέγγιση των προηγούμενων ετών, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει την Τουρκία πρωτίστως ως κρίσιμο γεωπολιτικό εταίρο. Δεν ασχολείται με τον τρόπο εξάσκησης της δημοκρατίας ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Άγκυρα θεωρείται απαραίτητη για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Συρία, τον Καύκασο, την Ουκρανία και τη διαχείριση των σχέσεων με το Ιράν.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναγνωρίζουν πως τα τελευταία χρόνια η δημόσια κριτική προς τον Ερντογάν έχει περιοριστεί αισθητά, καθώς η στρατηγική χρησιμότητα της Τουρκίας υπερισχύει πλέον άλλων παραμέτρων.
Οπότε και οι πολιτικοί του αντίπαλοι που έχουν φυλακισθεί δεν αναστατώνουν ιδιαίτερα τη στάση των πολιτικών ηγετών ανά τον κόσμο. Ούτε καν βέβαια και της Ευρωπαϊκής Ένωσης…
Οι κινητήρες F-110: το πρώτο βήμα της επαναπροσέγγισης
Για την αμερικανοτουρκική επαναπροσέγγιση, το πιο «ώριμο» ζήτημα αφορά τους κινητήρες General Electric F-110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ενημερώσει το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πώληση κινητήρων κόστους άνω των 700 εκατ. δολαρίων, παρά τις αντιδράσεις αρκετών βουλευτών. Πρόκειται για μια απόφαση με έντονο πολιτικό συμβολισμό, καθώς αποτελεί την πρώτη σημαντική αμερικανική αμυντική παραχώρηση προς την Τουρκία μετά την κρίση των S-400.
Για την Άγκυρα, οι κινητήρες δεν αποτελούν απλώς ένα τεχνικό εξάρτημα. Άλλωστε και η Τουρκία δεν έχει τεχνολογική βάση να κατασκευάσει αεροκινητήρες, έστω κι αν οι F-110 (εξοπλίζουν πολλά από τα F-16 ανά τον κόσμο), είναι προϊόν της δεκαετίας του ’80. Διαμορφώνουν όμως τη γέφυρα που επιτρέπει στο πρόγραμμα KAAN να περάσει από τη φάση των πρωτοτύπων στην παραγωγική ωρίμανση. Τουλάχιστον ως προς την πτήση, μια και η υπόθεση των αισθητήρων (ραντάρ κλπ) θα καθυστερήσει περισσότερο.
Θα ανοίξει η υπόθεση των F-35;
Εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Ιδιαίτερα σε μία Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός του προγράμματος F-35 λόγω της αγοράς των ρωσικών αντιαεροπορικών S-400 και των σχετικών περιορισμών της αμερικανικής νομοθεσίας ως προς τη δυνατότητα των πυταύλων να αποκτήσουν τους κωδικούς αμερικανικών μαχητικών. Το Κογκρέσο εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ευρύτερων αμυντικών συμφωνιών με την Τουρκία δείχνει πως το θέμα δεν θεωρείται πλέον «πολιτικά απαγορευμένο».
Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, κανείς δεν αναμένει μια ανακοίνωση για επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Όμως ακόμη και η έναρξη ενός πολιτικού διαλόγου θα αποτελέσει στρατηγική μεταβολή σε σχέση με την κατάσταση των τελευταίων ετών.
Το ερώτημα για την ελληνική κυβέρνηση
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέβαλε δικαιολογημένα την ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, την Αμοιβαία Αμυντική Συμφωνία, την απόκτηση των Rafale, την είσοδο στο πρόγραμμα των F-35 και την αναβάθμιση των F-16 ως στοιχεία που αναβάθμιζαν τη θέση της Ελλάδας. Όμως η ελληνική στρατηγική συνοδεύτηκε και από μια πολιτική παραδοχή: ότι η Τουρκία θα παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη λόγω των S-400 και ότι η Αθήνα θα διατηρούσε ένα σχεδόν αποκλειστικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η παραδοχή αυτή φαίνεται πλέον να δοκιμάζεται. Η πραγματικότητα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιλέγουν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Προσπαθούν να διατηρήσουν και τις δύο χώρες όσο το δυνατόν πιο κοντά στη δυτική στρατηγική, ακόμη και αν αυτό δημιουργεί δυσφορία σε Αθήνα και Άγκυρα αντίστοιχα.
Έγινε η απαραίτητη προετοιμασία;
Το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα, είναι αν υπήρξε έγκαιρη ελληνική διπλωματική κινητοποίηση προς τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο. Υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια να τεθούν όροι και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε νέα αμερικανική αμυντική συνεργασία με την Τουρκία; Ή η Αθήνα περιορίστηκε στην πεποίθηση ότι οι αμερικανικές επιφυλάξεις απέναντι στην Άγκυρα θα παρέμεναν αμετάβλητες;
Μέχρι στιγμής, σε δημόσιο επίπεδο, δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο ολοκληρωμένο ελληνικό σχέδιο διαχείρισης ενός σεναρίου πλήρους εξομάλυνσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Στο παρασκήνιο, ωστόσο, υπάρχει διπλωματική δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Όμως η δημόσια εικόνα από κυβερνητικής πλευράς, παραμένει περισσότερο καθησυχαστική παρά προσανατολισμένη στη διαχείριση μιας ενδεχόμενης στρατηγικής ανατροπής.
Το ΝΑΤΟ και τα «χαρτιά» του Αιγαίου
Η εικόνα προφανώς δεν είναι μονοδιάστατη. Σήμερα η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα με τα Rafale, την επικείμενη ένταξη των F-35, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper, δύο επιπλέον φρεγάτες Belharra σε διάστημα περίπου ενός έτους και ένα ευρύ πλέγμα στρατηγικών συνεργασιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι αν η Ελλάδα ενισχύεται, αλλά εαν η Τουρκία ενισχύεται με ταχύτερους ρυθμούς από εκείνους που είχε προβλέψει η ελληνική πλευρά. Εάν η Άγκυρα εξασφαλίσει τους κινητήρες για το KAAN, ανοίξει πολιτικό διάλογο για τα F-35 και αποκαταστήσει πλήρως τη σχέση της με την κυβέρνηση Τραμπ, τότε η εξίσωση ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αλλάξει αισθητά μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα πιθανότατα δεν ανακοινώσει θεαματικές αποφάσεις. Μπορεί όμως να σηματοδοτήσει κάτι σημαντικότερο: την επίσημη επιστροφή της Τουρκίας ως προνομιακού συνομιλητή της Ουάσιγκτον. Και τότε η ελληνική συζήτηση δεν θα αφορά το τι πέτυχε ο Ερντογάν, αλλά το κατά πόσο η Αθήνα είχε «διαβάσει» έγκαιρα τη νέα αμερικανική στρατηγική ή αν συνέχισε να σχεδιάζει με βάση τις ισορροπίες του χθες.
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση