Του Αλέξανδρου Τσίγγου Δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός,συγγραφέας ...
Του Αλέξανδρου Τσίγγου
Δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός,συγγραφέας...
Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ
Γιατί αυτός ο δρόμος ήταν αδιέξοδος πριν καν γραφεί η ιστορία και οι λέξεις της.
Ας ξεκινήσουμε από εκεί που ξεκινούν πάντα τα πράγματα σε αυτόν τον τόπο. Από τη λέξη.
Το κίνημα των Τεμπών διατύπωσε το αίτημά του ως απονομή δικαιοσύνης. Η λέξη ακούγεται αθώα. Δεν είναι.
Σκεφτείτε τι σημαίνει «απονέμω» στα ελληνικά. Απονέμονται μετάλλια, εύσημα, χάρες, τιμητικές συντάξεις, παράσημα. Πάντοτε από κάποιον που στέκεται ψηλά, προς κάποιον που στέκεται χαμηλά. Ο στρατηγός απονέμει στον στρατιώτη. Ο πρύτανης στον φοιτητή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον τιμώμενο. Ποτέ αντίστροφα. Και πάντοτε κατά βούληση:
Αυτός που απονέμει μπορεί και να μην απονείμει. Κανείς δεν μπορεί να τον υποχρεώσει.
Όταν λοιπόν μια κοινωνία ζητά να της «απονεμηθεί» δικαιοσύνη, έχει ήδη αποδεχτεί, χωρίς να το καταλάβει, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η δικαιοσύνη βρίσκεται στα χέρια κάποιου άλλου, ψηλότερα από εκείνη.
Δεύτερον, ότι αυτός ο άλλος έχει την ευχέρεια να τη δώσει ή να μην τη δώσει.
Δηλαδή ζητά χάρη από αυτόν που κατηγορεί.
Ζητά από το κράτος και τους διαχειριστές του, που παρήγαγε το έγκλημα να τιμωρήσει, με τη θέλησή του, τον εαυτό του.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι γέμισαν τις πλατείες όπως δεν είχε ξαναγίνει μετά το 2011. Στάθηκαν απέναντι στα κτίρια της εξουσίας και ζήτησαν. Δεν οργανώθηκαν σε σώμα με δικούς τους κανόνες, δικές τους διαδικασίες, δική τους διαρκή δομή, ώστε να επιβάλουν. Ζήτησαν να τους δοθεί.
Και εδώ βρίσκεται η ρίζα όλων όσων παρακολουθούμε σήμερα να καταρρέουν δημοσίως. Όποιος ζητά, χρειάζεται κάποιον να μεταφέρει το αίτημα. Χρειάζεται εκπρόσωπο, φωνή, πρόσωπο που θα σταθεί μπροστά στις κάμερες και θα μιλήσει εξ ονόματος όλων. Το πλήθος που ζητά γεννά αναγκαστικά τον έναν που μιλά για λογαριασμό του. Έναν Διαμεσολαβητή!
Γι' αυτό λέμε ότι το πρόσωπο δεν ήταν παρέκκλιση από την πορεία του κινήματος, δεν ήταν ατύχημα, δεν ήταν λάθος στροφή. Ήταν η φυσιολογική κατάληξη ενός κινήματος που από την πρώτη μέρα διατύπωσε το αίτημά του ως παράκληση προς τα πάνω και όχι ως δική του υπόθεση. Όσοι σήμερα αναρωτιούνται «πού πήγε στραβά», ψάχνουν πολύ αργά.
Πήγε στραβά την ώρα που ένα ολόκληρο πλήθος ανέθεσε σε έναν άνθρωπο να σηκώσει το βάρος που ανήκε σε όλους.
ΙΙ. Το τίμημα της εισόδου
Υπάρχει μια επίμονη παρανόηση σε αυτή τη χώρα: ότι το πολιτικό σύστημα φοβάται τα καινούργια κόμματα.
Δεν τα φοβάται. Τα χρειάζεται. Χρειάζεται καινούργια πρόσωπα στα πάνελ, χρειάζεται να ξαναβγαίνει ο απογοητευμένος κόσμος στις κάλπες με κάποια αίσθηση ελπίδας, χρειάζεται ανανέωση της βιτρίνας για να μένει άθικτη η αποθήκη. Αυτό που απαιτεί από κάθε νεοεισερχόμενο είναι ένα και μόνο τίμημα: να μπει στο παιχνίδι χωρίς θέσεις για όσα πραγματικά κοστίζουν. Χωρίς θέση για το ποιος πληρώνει φόρους και ποιος όχι. Χωρίς θέση για το ποιος κατέχει τις υποδομές, το νερό, την ενέργεια. Χωρίς θέση για τους πολέμους στους οποίους η χώρα σέρνεται. Με άλλα λόγια: να μπει άδειο από περιεχόμενο και γεμάτο μόνο από συγκίνηση.
'Αφθονο συναισθηματισμό και μηδέν θέσεις. Εύπλαστα και τα δυό . Το έχουμε ζήσει άφθονα στην 200 ετών πολιτική μας ιστορία.
Και ότι το συγκεκριμένο σχήμα μπήκε άδειο και συνεχίζει να είναι άδειο, δεν είναι δική μας εντύπωση ούτε κακία. Αποδεικνύεται με ημερομηνίες, δηλαδή με τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα που υπάρχει.
Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026 ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν. Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ σε συντονισμένη επίθεση, βομβαρδισμένες ενεργειακές υποδομές, νεκρά κορίτσια σε σχολείο τις πρώτες κιόλας μέρες, το διεθνές δίκαιο επισήμως νεκρό, η η γενοκτονία στην Γάζα.
Στις 21 Μαΐου του 2026, τρεις ολόκληρους μήνες αργότερα, παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη η ιδρυτική διακήρυξη του νέου σχήματος.
Μέσα σε αυτή τη διακήρυξη, για τον πόλεμο: ούτε μία λέξη. Ούτε μία!
Και δεν είναι η μόνη σιωπή.
Ούτε λέξη για τη συνταγματικά θωρακισμένη φοροαπαλλαγή του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Ούτε λέξη για τα funds που αγοράζουν τα σπίτια του κόσμου σε τιμές ευκαιρίας μέσα από πλειστηριασμούς.
Ούτε λέξη για τα σχεδιαζόμενα data centers ξένων κολοσσών, που θα καταναλώνουν το νερό και το ρεύμα του τόπου για να ψύχουν ξένους υπολογιστές.
Ούτε λέξη για το ποιος ιδιωτικοποίησε τον σιδηρόδρομο και γιατί.
Σταθείτε σε αυτό το τελευταίο. Ένα κόμμα που γεννήθηκε από ένα έγκλημα που έγινε στους Ελληνικούς σιδηροδρομικό, και δεν έχει καμία θέση για την ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρόμου. Καμία θέση για τη σύμβαση με την οποία παραδόθηκε. Καμία θέση για το αν πρέπει να επιστρέψει σε δημόσια χέρια. Η για όλη την δημευμένη περιουσία του Ελληνικού λαού που ονομάστηκε ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου!
Αυτό δεν είναι παράλειψη από βιασύνη. Είναι το τίμημα της εισόδου, πληρωμένο στο ακέραιο και προκαταβολικά. Και ένα σχήμα που πληρώνει αυτό το τίμημα δεν αποτελεί απειλή για το καθεστώς που καταγγέλλει. Αποτελεί την επόμενη βάρδια του.
ΙΙΙ. Η περίφραξη
Από όλα όσα κατέθεσαν δημόσια τις τελευταίες εβδομάδες άνθρωποι που βρέθηκαν στο εσωτερικό του εγχειρήματος, ιδρυτικά στελέχη και συνυπογράφοντες της πρώτης σελίδας, ένα στοιχείο έχει πραγματική αξία τεκμηρίου: η μαρτυρία "ότι η ηγεσία, στο άκουσμα και μόνο της λέξης «καταστατικό», έπαιρνε παυσίπονο".
Γιατί έχει τόση σημασία ένα καταστατικό; Επειδή το καταστατικό δεν είναι γραφειοκρατική αγγαρεία για τον Άρειο Πάγο.
Είναι το μοναδικό έγγραφο με το οποίο η εξουσία μέσα σε ένα συλλογικό σώμα παύει να είναι προσωπική.
Είναι η πράξη με την οποία ο ιδρυτής παραδίδει στα μέλη, γραπτώς και αμετάκλητα, το δικαίωμα να τον ελέγξουν, να τον καταψηφίσουν, ακόμα και να τον διώξουν.
Χωρίς καταστατικό, ό,τι και να λέγεται περί δημοκρατίας, ισχύει ένας μόνο κανόνας: αποφασίζει αυτός που κρατά τη σφραγίδα.
Η άρνηση να γραφτεί καταστατικό δεν ήταν λοιπόν αμέλεια, ούτε έλλειψη χρόνου, ούτε ανοργανωσιά.
Ήταν περίφραξη.
Όπως ο γαιοκτήμονας περιφράζει το χωράφι για να δηλώσει «αυτό είναι δικό μου και μπαίνει μέσα όποιον θέλω εγώ», έτσι και εδώ: το κίνημα που έχτισαν χιλιάδες άνθρωποι με τον κόπο, τα δάκρυα και τις ελπίδες τους, περιφράχθηκε και έγινε κτήμα. Με το όνομα του ιδιοκτήτη γραμμένο στην ταμπέλα, όπως γράφεται στις πινακίδες των οικοπέδων.
Και εδώ χρειάζεται να κρατήσουμε έναν κανόνα, γιατί θα μας ξαναχρειαστεί: σχήμα που φέρει όνομα προσώπου στον τίτλο του δεν είναι κίνημα. Είναι κόμμα με ιδιοκτήτη.
Η λέξη «κίνημα» χρησιμοποιήθηκε ακριβώς για να μη χρειαστεί ποτέ καταστατικό. Τα κόμματα, βλέπετε, οφείλουν να έχουν διαδικασίες. Τα «κινήματα» επιτρέπεται να έχουν μόνο ψυχή. Και η ψυχή, κατά σύμπτωση, μένει πάντα στη διεύθυνση του αρχηγού.
IV. Το τεκμήριο που δεν χρειάζεται σχολιασμό
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, κυκλοφορεί στα κινητά χιλιάδων μελών και φίλων του σχήματος μια ανακοίνωση από περιφερειακό συντονιστικό, με την οποία ενημερώνονται για τη λειτουργία της ομάδας Viber που φτιάχτηκε για εκείνους.
Η ανακοίνωση, με δικά της κεφαλαία γράμματα, εξηγεί ότι το μέσο είναι «ΚΑΚΟ ΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟΨΕΩΝ αλλά ΚΑΛΟ ΜΕΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ». Ότι ο διάλογος «δημιουργεί παρεξηγήσεις» και «εντάσεις». Και ότι, ως εκ τούτου, η διαχειριστική ομάδα «ΘΑ ΑΠΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ» από τα μέλη.
Δηλαδή, σε απλά ελληνικά: γράφουν μόνο οι συντονιστές. Τα μέλη διαβάζουν.
Όποιος έχει άποψη, συνεχίζει η ανακοίνωση, μπορεί να τη στείλει με ηλεκτρονικό μήνυμα «προς την Ηγεσία». Με ήτα κεφαλαίο. Η Ηγεσία, ως θεσμός, ως προσωπείο, ως διεύθυνση αλληλογραφίας. Ο πολίτης εκπέμπει προς τα πάνω, μόνος και αόρατος για τους υπόλοιπους, και η Ηγεσία, αν κρίνει, απαντά.
Δεν χρειάζεται κανένας μυστικός πληροφοριοδότης και καμία διαρροή για να μάθουμε πώς αντιλαμβάνεται αυτό το σχήμα τη δημοκρατία. Το ανακοίνωσε το ίδιο, εγγράφως, με κεφαλαία. Το καταστατικό που αρνήθηκαν να γράψουν, το έγραψαν τελικά. Το έγραψαν στις ρυθμίσεις μιας ομάδας Viber: οι επάνω μιλούν, οι κάτω ακούν.
Και το ερώτημα που μένει μετέωρο πάνω από όλο το εγχείρημα είναι ένα, και είναι αμείλικτο: πώς μιλάς για δημοκρατία, όταν τη φοβάσαι;
Πώς υπόσχεσαι στον λαό ότι θα αποφασίζει για τη χώρα, όταν δεν τον αφήνεις να γράψει ούτε σε μια ομάδα συζήτησης; Πώς θα αντέξεις την αντιπολίτευση, τα συμφέροντα, τους εκβιασμούς, τις κρίσεις μιας ολόκληρης επικράτειας, όταν δεν αντέχεις την «παρεξήγηση» ανάμεσα σε πενήντα δικούς σου ανθρώπους στον Πειραιά;
Όποιος φοβάται τη φωνή των φίλων του, θα τρομοκρατηθεί από τη φωνή του λαού.
V. Γιατί οι «βαλτοί» ήταν μαθηματικά αναπόφευκτοι
Όσοι έφυγαν από το σχήμα, και είναι πια πολλοί, κατέθεσαν δημόσια ο καθένας τη δική του εμπειρία, χωρίς συνεννόηση μεταξύ τους. Και όσοι έμειναν τους απάντησαν, επίσης ο καθένας χωριστά. Κι όμως, οι απαντήσεις των μενόντων μοιάζουν γραμμένες από το ίδιο χέρι. Οι αποχωρούντες είναι «βαλτοί». Έχουν «σκοπιμότητες». Είναι «ξένα στοιχεία». «Τους έβαλαν άλλοι». «Ήθελαν να σαμποτάρουν».
Αυτό δεν είναι σύμπτωση χαρακτήρων. Είναι αναγκαστικό αποτέλεσμα, και μπορούμε να δείξουμε γιατί.
Σε ένα κόμμα με πρόγραμμα, η διαφωνία έχει πάνω σε τι να πατήσει. Διαφωνώ με τη θέση σας για το νόμισμα. Διαφωνώ με τη θέση σας για τους πλειστηριασμούς. Η διαφωνία αφορά πράγματα, και επομένως μπορεί να συζητηθεί, να ψηφιστεί, να καταλήξει σε πλειοψηφία και μειοψηφία που συνυπάρχουν.
Σε ένα σχήμα όμως που αρνήθηκε να έχει θέσεις, πάνω σε τι να διαφωνήσεις; Δεν υπάρχουν πράγματα. Υπάρχουν μόνο πρόσωπα. Άρα κάθε διαφωνία που εμφανίζεται δεν μπορεί παρά να διαβαστεί ως επίθεση προσώπου προς πρόσωπο. Και για την επίθεση προσώπου υπάρχουν μόνο δύο δυνατές εξηγήσεις: ή ο διαφωνών είναι ανόητος και δεν καταλαβαίνει, ή είναι πουλημένος και καταλαβαίνει πολύ καλά. Ηλίθιος ή πράκτορας. Τρίτη εξήγηση δεν χωράει, γιατί η τρίτη εξήγηση θα ήταν «διαφωνεί με τη γραμμή μας», και γραμμή δεν υπάρχει.
Γι' αυτό λέμε ότι το κυνήγι μαγισσών δεν ήρθε παρά την «καθαρότητα» του σχήματος. Ήρθε εξαιτίας της. Η απόφαση να μην υπάρχουν θέσεις είναι η ίδια απόφαση που μετατρέπει κάθε μελλοντική διαφωνία σε προδοσία. Το ένα γεννά το άλλο με τη βεβαιότητα φυσικού νόμου.
Και επειδή ζούμε στην εποχή της οθόνης, είδαμε και την κατάληξη: ιδιωτικές συνομιλίες δύο ετών να δημοσιεύονται ως πειστήρια εναντίον χθεσινών συντρόφων. Ό,τι δόθηκε ως εμπιστοσύνη, να επιστρέφει ως πυρομαχικό. Και το πραγματικό μήνυμα αυτής της πράξης να μην απευθύνεται καν σε εκείνον που διασύρεται, αλλά σε όλους τους άλλους που το βλέπουν: «σκέψου τι μου έχεις γράψει εσύ». Έτσι πειθαρχεί ο φόβος εκεί που δεν υπάρχει κανόνας.
VI. Το βόλεμα της ψυχολογίας
Γράφτηκε τις τελευταίες μέρες, από ανθρώπους σοβαρούς και καλοπροαίρετους, ότι το κλειδί της κατάρρευσης είναι το ψυχικό τραύμα. Ότι μια τραυματισμένη κοινωνία, διψασμένη να εμπιστευτεί ξανά, συνάντησε μια τραυματισμένη ηγεσία, που δυσκολεύεται να εμπιστευτεί οποιονδήποτε. Και ότι το τραύμα των δύο πλευρών άρχισε να οργανώνει τη σχέση τους.
Υπάρχει αλήθεια σε αυτό. Αλλά κρύβει μια παγίδα, και η παγίδα είναι βολική για όλους.
Αν το πρόβλημα είναι το τραύμα, τότε το πρόβλημα είναι το πρόσωπο, και η λύση είναι η θεραπεία. Βρίσκουμε την επόμενη φορά έναν ηγέτη λιγότερο πληγωμένο, και όλα θα πάνε καλά.
Μόνο που η ελληνική ιστορία διαψεύδει αυτή την ελπίδα με τρόπο συντριπτικό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν κουβαλούσε προσωπική τραγωδία, και το ΠΑΣΟΚ που έφτιαξε ήταν κτήμα του: ο αρχηγός όριζε τα ψηφοδέλτια, η βάση χειροκροτούσε, και οι διαφωνούντες διαγράφονταν ως όργανα ξένων κέντρων. Ο Τσίπρας δεν κουβαλούσε τραύμα, και ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε στο ίδιο σχήμα με άλλο λεξιλόγιο.
Και τα δύο αυτά εγχειρήματα, στην ώρα τους, δεν γεννήθηκαν από το πουθενά. Γεννήθηκαν επειδή μια κοινωνία, σε στιγμή μεγάλης πίεσης, ζήτησε ριζικές αλλαγές: το 1974 και το 1981 ζήτησε να τελειώνει με το κράτος της Δεξιάς και των συνταγματαρχών, το 2012 και το 2015 ζήτησε να τελειώνει με τα μνημόνια. Και τις δύο φορές, εμφανίστηκε ένα σχήμα που πήρε επάνω του αυτή τη λαϊκή απαίτηση, τη μετέτρεψε σε εκλογικό κεφάλαιο, ανέβηκε με αυτήν στην εξουσία, και εκεί την εξαργύρωσε προς όφελος του μηχανισμού του και των λίγων γύρω του.
Η κοινωνία έβαλε το πάθος. Το επιτελείο πήρε το ταμείο.
Αυτό είναι το μοτίβο, και δεν χρειάζεται κανένα τραύμα για να λειτουργήσει. Χρειάζεται μόνο ένα πλήθος που ζητά, και έναν μηχανισμό που εισπράττει. Το τραύμα εξηγεί ίσως το πρόσωπο της συγκεκριμένης ιστορίας. Δεν εξηγεί τη δομή, που είναι ίδια από τότε που το ελληνικό κράτος έμαθε να εξαγοράζει τους πολίτες του με ρουσφέτι και να τους τιμωρεί με φάκελο. Και όποιος ασχολείται με το πρόσωπο αντί για τη δομή, ετοιμάζει απλώς το έδαφος για την επόμενη επανάληψη. Με πρόσωπο πιο καθαρό. Πιο πονεμένο. Και εξίσου αδιέξοδο.
VII. Πού πήγε η ενέργεια
Δεν χρειάζεται να φανταστούμε συνωμοσίες, εντολείς και σκοτεινά γραφεία. Αρκεί να κάνουμε μια απλή ερώτηση λογιστηρίου: πού πήγε η ενέργεια;
Το 2023 και το 2024, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στους δρόμους. Ήταν η μεγαλύτερη κοινωνική κινητοποίηση από τις πλατείες του 2011. Αυτή η τεράστια δύναμη, που τρόμαξε πραγματικά την εξουσία, έπρεπε κάπου να διοχετευθεί.
Και διοχετεύθηκε. Ολόκληρη. Σε δύο μονάχα σημεία: σε μια δικαστική αίθουσα στη Λάρισα, όπου εκδικάζεται το έγκλημα, και σε μια μελλοντική κάλπη, όπου θα «λογοδοτήσει» η κυβέρνηση.
Κοιτάξτε τώρα ποιος ελέγχει αυτά τα δύο σημεία. Τη δικαστική διαδικασία την ορίζει το ίδιο το κράτος που κατηγορείται: αυτό διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης, αυτό αποφασίζει μέσω της Βουλής αν θα παραπεμφθεί ποτέ υπουργός, αυτό κρατά τα κλειδιά κάθε ειδικού δικαστηρίου. Και την κάλπη τη διαχειρίζεται το ίδιο σύστημα εξουσίας: με τον εκλογικό νόμο που ψηφίζει μόνο του, με τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχει, με το χρήμα που κατευθύνει. Με άλλα λόγια, η οργή ενός ολόκληρου λαού οδηγήθηκε, με τη σέσουλα, μέσα σε δύο δοχεία που τα κρατάει στα χέρια του ο κατηγορούμενος.
Οι δρόμοι άδειασαν με τάξη. Στην τρίτη επέτειο του εγκλήματος, τον Φεβρουάριο του 2026, στις πλατείες μίλησαν τα συνδικάτα και οι γνώριμες κομματικές σημαίες, ενώ το σχήμα που γεννήθηκε από εκείνους τους νεκρούς ήταν απασχολημένο με τα εσωτερικά του και τις εκλογικές του προετοιμασίες. Και όσο φούντωνε η κουβέντα για ψηφοδέλτια και ποσοστά, τόσο ξεφούσκωνε το ενδιαφέρον για την ίδια τη δίκη, δηλαδή για τον λόγο που βγήκε ο κόσμος στους δρόμους!
Το κόμμα δεν εκπροσώπησε το κίνημα. Το κόμμα κατανάλωσε το κίνημα, όπως η φωτιά καταναλώνει το ξύλο που την τρέφει. Και το πιο πικρό: όποιος λειτουργεί ως δίοδος εκτόνωσης της λαϊκής οργής προς ακίνδυνες κατευθύνσεις, σχεδόν ποτέ δεν το γνωρίζει ο ίδιος. Ακριβώς γι' αυτό είναι τόσο αποτελεσματικός.
VIII. Τα αιτήματα που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν
Ας δούμε τώρα και την τεχνική πλευρά, γιατί εκεί κρίνεται αν ένας πολιτικός λόγος είναι σοβαρός ή ευχολόγιο.
Τα τρία μεγάλα θεσμικά αιτήματα που ακούγονται σε κάθε συγκέντρωση είναι: διαχωρισμός της Δικαστικής από την Εκτελεστική εξουσία, κατάργηση του «νόμου περί ευθύνης υπουργών», και Ειδικό Δικαστήριο για τους υπαίτιους. Σωστά στην κατεύθυνσή τους και τα τρία. Και ανέφικτα στη διατύπωσή τους, και τα τρία.
Διότι η ασυλία των υπουργών δεν κατοικεί σε κάποιον νόμο που καταργείται με μια ψηφοφορία. Κατοικεί στο άρθρο 86 του Συντάγματος. Ο περίφημος νόμος 3126/2003 απλώς εκτελεί όσα ορίζει το άρθρο. Να τον καταργήσεις σημαίνει να γκρεμίσεις την ταμπέλα και να αφήσεις όρθιο το κτίριο. Για να αλλάξει το άρθρο 86 χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση: δύο διαδοχικές Βουλές, αυξημένες πλειοψηφίες, χρόνια ολόκληρα, και κυρίως τη σύμπραξη εκείνων ακριβώς που το άρθρο προστατεύει.
Και το Ειδικό Δικαστήριο; Δεν χρειάζεται να ιδρυθεί. Υπάρχει ήδη. Το προβλέπει το ίδιο άρθρο 86, με σύνθεση από ανώτατους δικαστές. Δεν έλειψε ποτέ το δικαστήριο. Αυτό που το κρατά κλειστό είναι ότι το κλειδί του, δηλαδή η απόφαση για την παραπομπή υπουργού, ανήκει στη Βουλή. Δηλαδή στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία. Δηλαδή στους συναδέλφους και προϊσταμένους των κατηγορουμένων.
Ζητάμε λοιπόν να μας δοθεί κάτι που ήδη υπάρχει, από αυτόν που ήδη το κατέχει και δεν έχει κανένα συμφέρον να το δώσει.
Και υπάρχει και κάτι βαθύτερο, που πρέπει επιτέλους να ειπωθεί. Όλα αυτά τα αιτήματα εκλιπαρούν την εφαρμογή ενός Συντάγματος το οποίο, στην πράξη μισού αιώνα, έχει αποδείξει ότι δεν εξασφαλίζει ούτε ευνομία, ούτε λογοδοσία, ούτε ισονομία, ούτε ισοπολιτεία. Ενός Συντάγματος που γίνεται ακορντεόν όταν χρειάζεται να στριμωχτούν μέσα του τα μνημόνια, α λα καρτ όταν πρέπει να επιλεγεί ποια άρθρα του ισχύουν και για ποιους, και κουρελόχαρτο όταν φτάνει η ώρα να προστατεύσει τον αδύναμο απέναντι στον ισχυρό. Το ίδιο Σύνταγμα που θωρακίζει με το άρθρο 107 τη φοροαπαλλαγή του εφοπλιστικού κεφαλαίου, ώστε καμία Βουλή να μην μπορεί να την αγγίξει, και με το άρθρο 86 την ατιμωρησία των υπουργών, ώστε κανένας εισαγγελέας να μην μπορεί να τους φτάσει. Αυτό το οικοδόμημα δεν είναι ουδέτερος διαιτητής που κάποιοι κακοί παραβιάζουν. Είναι μηχανή κατασκευασμένη να επιτρέπει την οργή και να απαγορεύει το αποτέλεσμά της.
Όποιος διεκδικεί χωρίς να τα γνωρίζει αυτά, δεν διεκδικεί. Εύχεται. Και όποιος τα γνωρίζει και τα αποκρύπτει από τον κόσμο που τον ακολουθεί, κάνει κάτι χειρότερο από το να εύχεται.
IX. Οι τρεις κλειστές έξοδοι
Γιατί επιμένουμε στη λέξη «αδιέξοδο» και δεν λέμε απλώς «αποτυχία»; Επειδή η αποτυχία είναι ένα ενδεχόμενο. Το αδιέξοδο είναι όταν όλα τα ενδεχόμενα οδηγούν στον ίδιο τοίχο. Ας τα μετρήσουμε.
Πρώτη έξοδος: το σχήμα μπαίνει στη Βουλή με ένα αξιοπρεπές ποσοστό. Τι κάνει μετά; Αν στηρίξει κυβέρνηση με κάποιο από τα υπάρχοντα κόμματα, προδίδει αυτομάτως τη μεγάλη πλειοψηφία όσων το ψήφισαν ακριβώς για να μη συνεργαστεί με αυτά. Αν αρνηθεί κάθε συνεργασία, μένει θεατής: τρία, τέσσερα χρόνια στα έδρανα χωρίς κανένα αποτέλεσμα, μέχρι ο κόσμος να βαρεθεί. Το είδαμε στην Ισπανία με τους Podemos, που από 69 έδρες και «θα αλλάξουμε τα πάντα» έφτασαν στη διάλυση. Το είδαμε στην Ιταλία με τα Πέντε Αστέρια, που ξεκίνησαν με το σύνθημα «όλοι σπίτια τους» και κατέληξαν να κυβερνούν αγκαλιά πρώτα με την ακροδεξιά Λέγκα και μετά με την κεντροαριστερά που έβριζαν. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η ελληνική εκδοχή θα πάει καλύτερα, με τη διαφορά ότι η ελληνική εκδοχή δεν έχει καν πρόγραμμα να προδώσει.
Δεύτερη έξοδος: δεν μπαίνει στη Βουλή. Τότε ακολουθεί το γνώριμο τελετουργικό της ήττας: «ο λαός δεν ήταν έτοιμος», «μας πολέμησαν τα συμφέροντα», «ο κόσμος δεν κατάλαβε». Πίκρα, αποστράτευση, σιωπή. Και μια ακόμη γενιά ανθρώπων που έμαθαν, με τον χειρότερο τρόπο, ότι η συμμετοχή δεν αξίζει τον κόπο.
Τρίτη έξοδος, και η χειρότερη απ' όλες: πετυχαίνει. Κερδίζει, κυβερνά. Αλλά κυβερνά όπως μπήκε: άδειο. Χωρίς θέση για τη ναυτιλία, χωρίς θέση για τα funds, χωρίς θέση για το νόμισμα, χωρίς θέση για τις βάσεις, χωρίς θέση για το νερό. Διαχειρίζεται δηλαδή το ίδιο σύστημα με καινούργια πρόσωπα, γιατί δεν ήρθε ποτέ σε ρήξη με τίποτα από όσα το συγκροτούν. Και τότε η κοινωνία, βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε, δεν θα βγάλει το συμπέρασμα «βάλαμε λάθος ανθρώπους». Θα βγάλει το συμπέρασμα «δοκιμάσαμε και αυτό, και ούτε αυτό δούλεψε».
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα, και δεν το πληρώνει καμία ηγεσία και κανένα επιτελείο. Το πληρώνουμε όλοι.
Γιατί η εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας δεν είναι ανεξάντλητη. Είναι απόθεμα, και το απόθεμα αυτής της κοινωνίας, μετά από δεκαπέντε χρόνια μνημονίων, διαψεύσεων και νεκρών, είναι ήδη στον πάτο. Τα Τέμπη ήταν η στιγμή που ο κόσμος, παρ' όλα όσα είχε περάσει, βρήκε τη δύναμη να πιστέψει άλλη μια φορά και να βγει. Αν και αυτή η φορά καταλήξει σε στάχτη, την επόμενη φορά που αυτή η μηχανή θα παράγει νεκρούς, και θα παράγει, γιατί δεν σταμάτησε ποτέ, ο κόσμος θα μείνει σπίτι του. Όχι από αδιαφορία. Από πείρα.
Καίγεται το τελευταίο απόθεμα εμπιστοσύνης μιας κοινωνίας που είχε ήδη ελάχιστο!
Αυτό είναι το αδιέξοδο. Όχι ότι θα χαθεί ένα κόμμα. Κόμματα χάνονται συνέχεια και δεν τα κλαίει κανείς. Θα χαθεί η ίδια η δυνατότητα να ξαναβγεί κόσμος στον δρόμο πιστεύοντας ότι έχει νόημα.
X. Τα τρία τεστ
Για να μη μείνει αυτή η ανάλυση απλή καταγγελία, ας κλείσουμε με κάτι χρήσιμο: τρεις απλές ερωτήσεις που μπορεί να θέσει ο καθένας, μόνος του, σε οποιοδήποτε πολιτικό σχήμα εμφανιστεί μπροστά του, σημερινό ή αυριανό. Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις. Χρειάζονται πέντε λεπτά και λίγη ειλικρίνεια.
Πρώτη ερώτηση: ποιος διώχνει ποιον; Ψάξτε το καταστατικό. Υπάρχει; Και αν υπάρχει, γράφει με ποια διαδικασία τα απλά μέλη μπορούν να καθαιρέσουν τον αρχηγό; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε ό,τι ωραίο και να λέει η διακήρυξη, δεν έχετε μπροστά σας συλλογικό σώμα. Έχετε περιουσιακό στοιχείο με οπαδούς. Γιατί σε κάθε ανθρώπινη συλλογικότητα, το μόνο αδιάψευστο μέτρο του ποιος έχει την εξουσία είναι το ποιος μπορεί να διώξει ποιον.
Δεύτερη ερώτηση: ποιον ενοχλεί; Διαβάστε τις θέσεις του και ρωτήστε: ποιος ισχυρός χάνει χρήματα ή εξουσία αν αυτά εφαρμοστούν; Ονομαστικά: ποιος τραπεζίτης, ποιος εφοπλιστής, ποιο fund, ποια πρεσβεία; Αν η απάντηση είναι «κανείς», αν όλες οι θέσεις είναι γενικές αξίες που θα τις υπέγραφε και ο αντίπαλος (δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοκρατία, ηθική), τότε το σχήμα δεν χρειάστηκε να εγκριθεί από το σύστημα. Πέρασε αυτόματα, όπως περνά ο ανιχνευτής όποιον δεν κουβαλάει τίποτα μεταλλικό.
Τρίτη ερώτηση: τι έπαθε ο τελευταίος που διαφώνησε; Αυτή είναι η πιο αποκαλυπτική από τις τρεις, γιατί δεν εξετάζει τα λόγια αλλά τα σώματα. Βρείτε τον τελευταίο άνθρωπο που διαφώνησε δημόσια με την ηγεσία. Έγινε συζήτηση ή ανακρίθηκε; Απαντήθηκαν τα επιχειρήματά του ή αμφισβητήθηκαν τα κίνητρά του; Είναι ακόμα μέσα ή βρέθηκε «βαλτός»; Ό,τι έπαθε εκείνος, θα το πάθετε και εσείς τη μέρα που θα διαφωνήσετε. Και θα διαφωνήσετε, γιατί όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι κάποτε διαφωνούν. Το πώς φέρεται ένα σχήμα στον διαφωνούντα σήμερα, είναι η πιο ακριβής πρόβλεψη για το πώς θα φερθεί στον πολίτη όταν πάρει εξουσία.
XI. Ούτε αρχηγοί, ούτε πρόεδροι. Ηγέτες.
Κάποιος θα ρωτήσει, και δικαίως: καλά, δηλαδή δεν χρειάζονται καθόλου πρόσωπα; Όλα θα τα κάνουν οι διαδικασίες και τα καταστατικά;
Όχι. Οι κοινωνίες χρειάζονται ηγέτες. Αλλά εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις λέξεις, γιατί πάλι οι λέξεις μας κοροϊδεύουν.
Οι αρχαίοι Γαλάτες ανέβαζαν τον αρχηγό τους πάνω σε ασπίδα, τον σήκωναν ψηλά, και το πλήθος τον αναγνώριζε διά βοής. Μια στιγμή ενθουσιασμού, μια κραυγή, και τελείωσε: αρχηγός. Έτσι ακριβώς αναδείχθηκε και η σημερινή περίπτωση. Την ανέβασε το πένθος πάνω στην ασπίδα, τη σήκωσε η οργή ενός ολόκληρου λαού, και το πλήθος βόησε. Κανείς δεν ρώτησε ποτέ τι ξέρει, τι πιστεύει, τι σκοπεύει, ποιους ακούει, πώς αποφασίζει. Η βοή δεν κάνει τέτοιες ερωτήσεις. Η βοή μόνο σηκώνει. Και ό,τι σηκώνεται με βοή, με βοή γκρεμίζεται, όπως βλέπουμε τώρα.
Ο αρχηγός λοιπόν αναδεικνύεται. Ο ηγέτης όμως διαθέτει. Και αυτά που πρέπει να διαθέτει δεν είναι μυστήριο. Μπορούν να ονομαστούν ένα προς ένα, και μπορεί ο καθένας να ελέγξει αν υπάρχουν ή αν λείπουν.
Διαθέτει χιούμορ. Όχι αστειάκια για τις κάμερες. Την ικανότητα να μη θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του σύμπαντος, να γελάει και με τον εαυτό του, να ξεφουσκώνει τις εντάσεις αντί να τις φουσκώνει. Ο ηγέτης χωρίς χιούμορ είναι επικίνδυνος, γιατί έχει πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, και από εκεί ξεκινούν όλα τα δεινά.
Διαθέτει λεοντοκαρδία. Και προσοχή τι θα πει αυτό: όχι θράσος, όχι φωνές. Λεοντοκαρδία θα πει να στέκεσαι απέναντι στην εξουσία χωρίς ούτε να τη λαχταράς ούτε να την τρέμεις. Ουδέτερος απέναντί της. Αυτή η ουδετερότητα είναι η δυσκολότερη στάση που υπάρχει στον δημόσιο βίο, γιατί η εξουσία ξέρει να αγοράζει όσους τη λαχταρούν και να τσακίζει όσους την τρέμουν. Δεν ξέρει τι να κάνει μόνο με όποιον δεν τη χρειάζεται.
Διαθέτει επιείκεια, αλλά με σωστή διεύθυνση: επιείκεια προς τους εύθραυστους, τους αδύναμους, αυτούς που σφάλλουν από αδυναμία. Όχι προς τους διεφθαρμένους. Ο σημερινός πολιτικός την έχει ανάποδα: αμείλικτος με τον φτωχό που χρωστάει στην εφορία, όλο κατανόηση για τον τραπεζίτη που φέσωσε μια χώρα.
Διαθέτει αβρότητα και προστασία. Φέρεται με ευγένεια ακόμα και στον αντίπαλο, και σκεπάζει τους δικούς του ανθρώπους όταν δέχονται επίθεση, αντί να τους πετάει στα σκυλιά για να γλιτώσει ο ίδιος. Θυμηθείτε το: πόσους πέταξε στα σκυλιά, έναν προς έναν, το σχήμα που εξετάζουμε, μέσα σε λίγους μήνες;
Διαθέτει εσωτερική μοναξιά. Δεν έχει ανάγκη το πλήθος για να ξέρει ποιος είναι. Δεν τον θρέφει το χειροκρότημα και δεν τον γκρεμίζει η αποδοκιμασία. Όποιος αντλεί την ύπαρξή του από την αγάπη του κόσμου, θα κάνει τα πάντα για να μη τη χάσει, και το «τα πάντα» είναι ακριβώς αυτό που λέει: τα πάντα. Η ανάγκη να σε αγαπούν είναι η πιο εκβιάσιμη ιδιότητα ενός δημόσιου προσώπου.
Και διαθέτει, τέλος, το σπανιότερο απ' όλα: πραγματισμό ιστορικού ορίζοντα. Γνωρίζει ότι ο βιολογικός του χρόνος είναι εβδομήντα, ογδόντα χρόνια, ενώ ο χρόνος που χρειάζεται μια πραγματική αλλαγή είναι πολλαπλάσιος. Και δεν βγάζει από αυτό ούτε το συμπέρασμα του βιαστικού («θα το τελειώσω εγώ, στη γενιά μου», που είναι η ύβρις απ' όπου γεννιέται η βία), ούτε το συμπέρασμα του δειλού («δεν θα το δω, άρα δεν το κάνω», που είναι η παραίτηση ντυμένη σοφία). Δουλεύει σαν τον χτίστη των παλιών καθεδρικών, που έστηνε θεμέλια ξέροντας ότι ο τρούλος θα κλείσει διακόσια χρόνια μετά τον θάνατό του. Φυτεύει βαλανιδιές που δεν θα ισκιώσουν ποτέ τον ίδιο.
Μετρήστε τώρα με αυτόν τον κατάλογο οποιονδήποτε από τους αρχηγούς που παρήγαγε αυτός ο τόπος τα τελευταία πενήντα χρόνια. Και μετρήστε και τη σημερινή περίπτωση, με όλη τη συμπάθεια που δικαιούται ο πόνος της.
Και εδώ το πιο πικρό, που πρέπει να ειπωθεί για να μην είμαστε άδικοι με τα πρόσωπα: τέτοιοι ηγέτες δεν λείπουν επειδή στέρεψε το ανθρώπινο υλικό. Λείπουν επειδή το σημερινό σύστημα ανάδειξης τους φιλτράρει και τους αποβάλλει δομικά, ως ξένα σώματα. Ο άνθρωπος με εσωτερική μοναξιά δεν βγάζει selfie. Ο λεοντόκαρδος δεν παίρνει τηλέφωνα από πρεσβείες. Ο πραγματιστής του ιστορικού ορίζοντα δεν υπόσχεται αποτελέσματα στην επόμενη τετραετία, άρα δεν εκλέγεται. Το σύστημα προωθεί συστηματικά το ακριβώς αντίθετο είδος και μετά η κοινωνία απορεί «γιατί δεν έχουμε ηγέτες».
Δεν φτιάχνονται ηγέτες σε σεμινάρια και σχολές στελεχών. Φτιάχνεται έδαφος: κοινότητες που σκέφτονται, χώροι που συζητούν, άνθρωποι που μαθαίνουν να διακρίνουν το χρυσάφι από το βερνίκι. Και το έδαφος, όταν υπάρξει, αναγνωρίζει μόνο του τους ηγέτες του και τους τρέφει. Το έργο είναι έργο εδάφους! Όλα τα άλλα, κόμματα, ψηφοδέλτια, διακηρύξεις, έρχονται μετά, και μόνο μετά.
XII. Επίλογος
Ακούγεται συχνά, και ακούστηκε ξανά αυτές τις μέρες με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι η ενότητα διαφυλάσσεται αν συμφωνήσουμε να μη συζητάμε τα δύσκολα. Ούτε οικονομικά, ούτε εθνικά, ούτε κοινωνικά, ούτε ιδεολογίες. Μόνο το ένα, το κοινό, το ιερό: τη δικαιοσύνη. Όλα τα άλλα, λέει, διχάζουν.
Είναι ακριβώς το αντίθετο. Και η απόδειξη ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας.
Το σχήμα που απαγόρευσε όλες τις «διχαστικές» συζητήσεις δεν έμεινε ενωμένο. Διαλύθηκε πιο γρήγορα και πιο άσχημα από οποιοδήποτε κόμμα με βαριές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, και διαλύθηκε χωρίς να έχει προλάβει καν να συγκρουστεί με κανέναν αντίπαλο. Διαλύθηκε από μόνο του, στα ήσυχα, τρώγοντας τις σάρκες του. Γιατί η ενότητα που στηρίζεται στη σιωπή δεν είναι ενότητα. Είναι αναβολή. Και κάθε αναβολή, κάποτε, λήγει.
Η πραγματική συνοχή μιας συλλογικότητας δεν εξασφαλίζεται ούτε με αγνά πρόσωπα, ούτε με συγκίνηση, ούτε με απαγορευμένα θέματα. Εξασφαλίζεται με κάτι πολύ πιο πεζό: με γραμμένους κανόνες που ορίζουν πώς παίρνονται οι αποφάσεις, πώς λύνονται οι διαφωνίες, και πώς ελέγχονται αυτοί που ηγούνται. Κανόνες βαρετούς, που κανείς δεν τους διαβάζει με δάκρυα στα μάτια, και που όλοι τους θυμούνται τη μέρα που κάποιος επιχειρήσει να τους πατήσει.
Η κοινωνία που βγήκε στους δρόμους για τα Τέμπη δεν έκανε λάθος που βγήκε. Ήταν ό,τι πιο τίμιο έγινε σε αυτή τη χώρα εδώ και δεκαετίες. Έκανε λάθος σε μία λέξη. Ζήτησε να της απονεμηθεί δικαιοσύνη, από αυτούς που όφειλαν να λογοδοτήσουν.
Η δικαιοσύνη που απονέμεται είναι χάρη, και οι χάρες ανακαλούνται.
Δικαίωμα είναι μόνο εκείνη που θεσμίζεται. Και τη θέσμιση δεν την κάνει κανείς για λογαριασμό μας. Ούτε μάνα, ούτε ηγέτης, ούτε σωτήρας. Αυτή είναι η μόνη δουλειά που δεν ανατίθεται.
Κοιτώ όλους αυτούς τους ανθρώπους και περιλαμβάνω και τον εαυτό μου μέσα και θα πω:
Αν δεν πάρεις την μοίρα στα χέρια σου,
ώστε να ξεπηδήσουν άνθρωποι
με ηθικό απόθεμα και ανάστημα,
την μοίρα σου θα κυβερνούν
μικροί, ανάλγητοι και πρόστυχοι,
αυτοί που δεν την υπολογίζουν,
αυτοί που από την μοίρα
που σου στέρησαν θα ζουν!
29 Ιούλη 2026 👉 Η αφιέρωση του Αλέξανδρου Τσίγγου στον Θανάση Αυγερινό...

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση