Manos Lambrakis «Μου είπαν ότι θα κάνουν «λαϊκή αγρυπνία» μέσα στην εκκλησία για τον λαϊκό τραγουδιστή που πέθανε. Και λέω: «Τι αγρυπνία, βρ...

Manos Lambrakis
«Μου είπαν ότι θα κάνουν «λαϊκή αγρυπνία» μέσα στην εκκλησία για τον λαϊκό τραγουδιστή που πέθανε.
Και λέω:
«Τι αγρυπνία, βρε παιδιά;»
Η αγρυπνία στην Εκκλησία είναι άλλο πράγμα. Είναι προσευχή, ακολουθία, προσμονή του Χριστού. Δεν παίρνουμε μια λέξη της Εκκλησίας και της αλλάζουμε το περιεχόμενο επειδή ακούγεται όμορφα.
Αν εννοούμε ξαγρύπνια, να πούμε ξαγρύπνια.
Αλλά η ξαγρύπνια είχε σπίτι.
Και αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Ο θάνατος έμπαινε μέσα στο σπίτι.
Ο νεκρός ξάπλωνε για τελευταία φορά ανάμεσα στα πράγματα με τα οποία έζησε. Εκεί όπου έφαγε, κοιμήθηκε, γέλασε, θύμωσε, αγάπησε.
Και οι άνθρωποί του κάθονταν δίπλα του.
Δεν είχαν τίποτε να κάνουν.
Έπρεπε μόνο να μείνουν.
Αυτό ήταν το δύσκολο.
Το παιδάκι έβλεπε τη γιαγιά νεκρή και ρωτούσε:
«Πού πήγε η γιαγιά;»
Και κάποιος έπρεπε να του μιλήσει για τον Θεό.
Τώρα το παιδί μπορεί να δει χίλιους θανάτους στην οθόνη και να μη δει ποτέ έναν νεκρό άνθρωπο.
Ξέρει τον θάνατο σαν εικόνα. Δεν τον ξέρει σαν μυστήριο.
Κι εμείς οι μεγάλοι το ίδιο πάθαμε.
Βγάλαμε τον νεκρό από το σπίτι.
Κρατήσαμε μέσα τις τηλεοράσεις, τα κινητά, τα πράγματα, όλα όσα μας βοηθούν να ζούμε σαν να πρόκειται να μείνουμε εδώ για πάντα.
Μόνο τον θάνατο βγάλαμε έξω.
Και ύστερα λέμε ότι χάσαμε τη μνήμη του θανάτου.
Ε, πώς να μη τη χάσουμε;
Την πετάξαμε μόνοι μας έξω από την πόρτα.
Γι’ αυτό λέω:
Ανοίξτε πάλι τα σπίτια.
Όχι από νοσταλγία.
Ούτε επειδή ό,τι έκαναν οι παλιοί ήταν σωστό.
Αλλά για να χωρέσει πάλι ολόκληρη η ζωή μέσα στο σπίτι.
Και η ζωή έχει και θάνατο.
Να μπει ένας νεκρός στο σπίτι και θα δεις πόσο γρήγορα μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους.
Τα χρήματα μικραίνουν.
Οι καβγάδες μικραίνουν.
Το «εγώ έχω δίκιο» μικραίνει.
Και ο εγωισμός δυσκολεύεται πολύ μπροστά στον νεκρό.
Γιατί ο νεκρός δεν σου απαντά.
Με τη σιωπή του μονάχα σου λέει:
«Κι εσύ».
Δεν είναι μαυρίλα αυτό.
Μνήμη θανάτου είναι.
Να ξαναβρίσκουν τα πράγματα το αληθινό τους μέγεθος.
Και τώρα όλο αυτό συμβαίνει την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Εδώ είναι το φοβερό.
Την ημέρα που η Εκκλησία υψώνει τη θεία κένωση, εμείς κινδυνεύουμε να οργανώσουμε ακόμη μία ύψωση ανθρώπινης εικόνας.
Και δεν μιλώ για τον νεκρό.
Τον νεκρό αφήστε τον ήσυχο.
Τι είχε μέσα στην καρδιά του, τι είπε στον Θεό, πόσο πόνεσε, πόσο μετάνιωσε, τι έγινε ανάμεσα σ’ εκείνον και στον Χριστό την τελευταία στιγμή, δεν το ξέρουμε.
Μπορεί ένα «Χριστέ μου» δικό του να ζυγίζει περισσότερο από χίλια δικά μας λόγια.
Ο Θεός ξέρει.
Εμείς να προσευχόμαστε.
Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ζωντανοί.
Γιατί δυσκολευόμαστε να αφήσουμε τον άνθρωπο να κατεβεί από την εικόνα.
Όσο ζούσε, θέλαμε να τον βλέπουμε.
Τώρα που πέθανε, θέλουμε πάλι να τον βλέπουμε.
Όσο ζούσε, θέλαμε να μας τραγουδά.
Τώρα θέλουμε να μας συγκινεί.
Ε, βρε παιδιά, πότε θα αφήσουμε τον άνθρωπο να ησυχάσει;
Πέθανε.
Τώρα δεν χρειάζεται κοινό.
Χρειάζεται έλεος.
Και εδώ ο Σταυρός μάς μαλώνει όλους.
«Ἑαυτὸν ἐκένωσεν».
Ο Χριστός αδειάζει.
Εμείς γεμίζουμε.
Όνομα.
Πράγματα.
Εικόνα.
Αναγνώριση.
Χειροκροτήματα.
Ο Χριστός κατεβαίνει.
Εμείς μια ζωή προσπαθούμε να ανεβούμε.
Και κάποια στιγμή έρχεται ο θάνατος και μας κατεβάζει όλους.
Δεν είναι σκληρό αυτό.
Αληθινό είναι.
Και μπορεί να γίνει μεγάλο έλεος, αν το καταλάβουμε πριν έρθει η δική μας ώρα.
Γιατί μη νομίζουμε ότι πίστα έχει μόνο ο τραγουδιστής.
Κι εγώ μπορεί να έχω πίστα μέσα στο μοναστήρι.
Να θέλω να λένε:
«Τι πνευματικός άνθρωπος!»
Ο άλλος έχει πίστα στο γραφείο.
Ο άλλος στην οικογένεια.
Ο άλλος ακόμη και μέσα στην Εκκλησία.
Η πίστα δεν χρειάζεται προβολείς. Ένα «εγώ» χρειάζεται.
Γι’ αυτό ο Σταυρός είναι φοβερός.
Δεν σταυρώνει τον τραγουδιστή.
Σταυρώνει την πίστα μέσα σε όλους μας.
Και κοίτα τι κάνει η Εκκλησία όταν πεθαίνει ένας διάσημος άνθρωπος.
Του επιστρέφει το όνομά του.
Δεν λέει στον Θεό:
«Ο μεγάλος».
Δεν λέει:
«Ο σπουδαίος».
Δεν λέει πόσοι τον χειροκρότησαν.
Δεν λέει πόσοι τον αγάπησαν.
Λέει μόνο:
«Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου σου».
Τι ελευθερία!
Επιτέλους ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να είναι σπουδαίος.
Δεν χρειάζεται να τραγουδήσει.
Δεν χρειάζεται να αρέσει.
Δεν χρειάζεται να κρατήσει ζωντανή την εικόνα του.
Μπορεί να σταθεί γυμνός από όλα αυτά μπροστά στον Θεό.
Άνθρωπος απέναντι στον Θεό.
Και αυτό είναι αρκετό.
Γι’ αυτό με φοβίζει όταν ακόμη και τον θάνατο θέλουμε να τον κάνουμε δημόσια εμφάνιση.
Δεν είναι κακό να πάει ο κόσμος να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο που αγάπησε.
Να πάει.
Να κλάψει.
Να προσευχηθεί.
Αλλά η αγάπη κάποτε πρέπει να ξέρει και να παραδίδει.
Όταν βάζεις τον άνθρωπό σου μέσα στη γη, δεν λες:
«Δεν πέθανες».
Λες:
«Πέθανες. Αλλά δεν σε παραδίδω στον θάνατο. Σε παραδίδω στον Χριστό».
Εκεί αρχίζει η χριστιανική ελπίδα.
Όχι στην άρνηση του θανάτου.
Στην Ανάσταση.
Γι’ αυτό ανοίξτε πάλι τα σπίτια.
Ξενυχτήστε τον άνθρωπό σας.
Καθίστε λίγο δίπλα του χωρίς κάμερα.
Ανάψτε ένα καντήλι.
Διαβάστε ένα Ψαλτήρι.
Κλάψτε.
Πείτε το όνομά του στον Θεό.
Και όταν έρθει η ώρα, αφήστε τον να φύγει.
Η αγάπη δεν κρατά τον νεκρό για να συνεχίσει να τον βλέπει. Τον παραδίδει στον Χριστό.
Και μάλιστα την ημέρα του Σταυρού.
Τι παράξενο πράγμα.
Η Εκκλησία υψώνει Εκείνον που «ἑαυτὸν ἐκένωσεν».
Τον Θεό που δεν άρπαξε τη δόξα, αλλά «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ».
Και ύστερα έρχεται εκείνο το φοβερό:
«Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε».
Η αληθινή ύψωση δεν βρίσκεται απέναντι από την κένωση.
Περνά μέσα από αυτήν.
Εμείς κάνουμε το αντίθετο.
Μια ζωή παλεύουμε να υψώσουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και ύστερα τρομάζουμε όταν ο θάνατος μας κατεβάζει.
Ο Χριστός δείχνει άλλον δρόμο.
Κατέβηκε μόνος Του.
Μέχρι κάτω.
Μέχρι τον θάνατο.
Και γι’ αυτό ο Σταυρός δεν είναι η αποτυχία Του.
Είναι ο τρόπος της δόξας Του.
Τον νεκρό λοιπόν αφήστε τον ήσυχο.
Μην τον κάνετε ούτε άγιο ούτε κατηγορούμενο.
Πείτε το όνομά του στον Θεό.
Και κοιτάξτε λίγο εσάς.
Γιατί εκείνος έφυγε.
Εμείς έχουμε ακόμη λίγο χρόνο να κατεβούμε.
Και μάλιστα την ημέρα του Σταυρού.
Η Εκκλησία υψώνει Εκείνον που κατέβηκε μέχρι τον θάνατο.
Κι εμείς ακόμη παλεύουμε να υψώσουμε τον εαυτό μας.
Ε, βρε παιδιά.
Ο Σταυρός δεν θέλει θεατές.
Θέλει να κατεβούμε κι εμείς λίγο από τη θέση μας.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση