Στο φως έρχονται οι δύο κρίσιμες επιστολές που απέστειλε η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, ...

Στο φως έρχονται οι δύο κρίσιμες επιστολές που απέστειλε η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, αποτυπώνοντας την έντονη δυσφορία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική νομοθεσία επηρεάζει τη λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα.
Πρόκειται για δύο παρεμβάσεις με ιδιαίτερο πολιτικό και θεσμικό βάρος, καθώς η πρώτη καταγράφει χρόνιες θεσμικές στρεβλώσεις που σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των ερευνών, ενώ η δεύτερη συνιστά ανοιχτή προειδοποίηση για νομοθετική παρέμβαση που, όπως εκτιμά η κ. Κοβέσι, επιχειρούσε να περιορίσει ευθέως τις αρμοδιότητες της EPPO.
Η πρώτη επιστολή, με ημερομηνία 24 Απριλίου 2026, εστάλη μετά την επίσκεψη της κ. Κοβέσι στην Αθήνα και τη συνάντησή της με τον υπουργό Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο της συζήτησης είχαν βρεθεί οι απαραίτητες θεσμικές παρεμβάσεις ώστε να επιταχυνθεί και να ενισχυθεί η δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα.
Ωστόσο, το περιεχόμενο της επιστολής δείχνει ότι οι επιφυλάξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ήταν πολύ βαθύτερες.
Η κ. Κοβέσι επισημαίνει ότι συγκεκριμένες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση με τον κανονισμό λειτουργίας της EPPO, δημιουργώντας γραφειοκρατικά εμπόδια, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και καθυστερήσεις σε υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκά κονδύλια και οικονομικά εγκλήματα.
Στην επιστολή της, εστιάζει στη διαφοροποίηση που επιβάλλει η ελληνική νομοθεσία μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων ανάλογα με τον βαθμό που κατείχαν πριν τον διορισμό τους στην EPPO. Όπως σημειώνει, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ίδια υπόθεση να απαιτεί εμπλοκή περισσοτέρων του ενός εισαγγελέων σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, προκαλώντας περιττές καθυστερήσεις και διπλή εργασία.
Η θέση της είναι σαφής: ο κανονισμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν προβλέπει τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις και θεωρεί ότι όλοι οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς πρέπει να έχουν πλήρη δυνατότητα άσκησης των αρμοδιοτήτων τους από την αρχή έως το τέλος μιας ποινικής διαδικασίας.
Στο στόχαστρο της Ευρωπαίας εισαγγελέως μπαίνει και ο ρόλος του ανακριτή στην ελληνική ποινική διαδικασία. Όπως επισημαίνει, σε υποθέσεις κακουργηματικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, βασικές ανακριτικές πράξεις εξακολουθούν να ασκούνται αποκλειστικά από εθνικό ανακριτή, γεγονός που – κατά την ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητές της.
Οι ειδικές εξαιρέσεις
Η κ. Κοβέσι υπενθυμίζει ότι σε άλλα κράτη-μέλη με αντίστοιχες δικαστικές δομές, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, έχουν ήδη θεσπιστεί ειδικές εξαιρέσεις ώστε να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία της EPPO.
Εξίσου σαφής είναι η αναφορά της στις διαδικασίες αρχειοθέτησης υποθέσεων. Σύμφωνα με το ισχύον ελληνικό πλαίσιο, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς υποχρεούνται να ζητούν έγκριση από εισαγγελέα Εφετών για την αρχειοθέτηση υπόθεσης λόγω έλλειψης στοιχείων — μια διαδικασία που η EPPO θεωρεί αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητές της.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η αναφορά στο άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι μόνο η Βουλή μπορεί να κινήσει διαδικασίες διερεύνησης κατά εν ενεργεία ή πρώην υπουργών για αδικήματα που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η κ. Κοβέσι επαναλαμβάνει την πάγια θέση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη περιορίζει ουσιαστικά τις εξουσίες της EPPO, παραβιάζοντας την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου και δημιουργώντας ειδικό καθεστώς μεταχείρισης για συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων.
Η δυσαρέσκεια της Κοβέσι για την τροπολογία του υπ. Δικαιοσύνης
Ακόμη πιο αιχμηρή εμφανίζεται η δεύτερη επιστολή, που εστάλη μετά την αιφνιδιαστική κατάθεση τροπολογίας του υπουργείου Δικαιοσύνης για την επιτάχυνση εκδίκασης υποθέσεων που αφορούν βουλευτές.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια τόσο για τη διαδικασία του κατεπείγοντος όσο και για την ίδια τη διάταξη, υποστηρίζοντας ότι στην αρχική της μορφή επιχειρούσε ουσιαστικά να αφαιρέσει από τους Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς τον έλεγχο των σχετικών ερευνών, μεταφέροντας την κύρια ανακριτική διαδικασία σε εθνικό δικαστικό λειτουργό.
Η Κοβέσι χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «σαφώς ασυμβίβαστη» με το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, προειδοποιώντας ότι τέτοιες παρεμβάσεις θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα.
Το πιο βαρύ σημείο της επιστολής, ωστόσο, είναι η ευθεία αναφορά στο κράτος δικαίου. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, εάν τέτοιες αλλαγές υιοθετηθούν στην προτεινόμενη μορφή τους, δημιουργούν «σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου».
Δείτε τις δύο επιστολές
Η επιστολή της 19ης Μαΐου
«Η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον κανονισμό για την EPPO, δεδομένου ότι δεν εξαιρεί από την εφαρμογή του τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Κατά την άποψή μας, η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με τον ελληνικό νόμο 4786/2021, ο οποίος προβλέπει ότι οι Ευρωπαίοι Εξουσιοδοτημένοι Εισαγγελείς ασκούν όλες τις ανακριτικές εξουσίες ενός ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα/την προσωρινή κράτηση».
«…Φαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη προχωρά ακόμη περισσότερο, αγνοώντας πλήρως τις εξουσίες της EPPO και των εξουσιοδοτημένων εισαγγελέων της, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί βάσει του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι αναθέτει την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε εθνικό ανακριτή. Αυτό δημιουργεί επιπλέον διαφοροποίηση στη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων που ερευνώνται για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου της Ενωσης».
«…Αυτές οι τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας, εάν υιοθετηθούν στην παρούσα μορφή τους, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ενωσης στην Ελλάδα και δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου».


Η επιστολή της 24ης Απριλίου
«…Η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, περιορίζοντας τις εξουσίες τους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό, των δικαστηρίων που δικάζουν κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη θέση που κατείχαν στο εθνικό σύστημα πριν από τον διορισμό τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Ακόμη, υπάρχει η απαίτηση, στην περίπτωση ερευνών που αφορούν κακουργήματα, να συμμετέχουν δύο εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένας «σε πρώτο βαθμό» και ένας δεύτερος «Εφετών».
«...Σε διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν κακουργήματα, ορισμένες βασικές πράξεις διερεύνησης εξακολουθούν να ανατίθενται αποκλειστικά σε ανακριτή, π.χ. η ανάκριση του κατηγορουμένου διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος αποφασίζει επίσης για τα περιοριστικά μέτρα ή την προσωρινή κράτηση, που θα επιβληθούν. Επιπλέον, ο ανακριτής μπορεί να επαναλάβει ή να διεξαγάγει νέες έρευνες, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση του/της Ευρωπαίου/-ας εντεταλμένου/-ης εισαγγελέα.
«...Σύμφωνα με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι εξουσίες διερεύνησης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ασκούνται από την ίδια την Εισαγγελία και από τους εντεταλμένους εισαγγελείς της. Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι κάθε διάταξη εθνικού δικαίου που επιτρέπει στις εθνικές αρχές, εισαγγελικές ή δικαστικές, όπως στην περίπτωση του ανακριτή, να παρεμβαίνουν στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων παραβαίνει τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ανεξάρτητα από τον ρόλο των ανακριτών στις εθνικές διαδικασίες, η ελληνική νομοθεσία θα πρέπει να προβλέπει ρητά εξαίρεση από τον εν λόγω ρόλο όταν η έρευνα διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τέτοια ειδικά καθεστώτα έχουν θεσπιστεί από άλλα κράτη-μέλη που διαθέτουν παρόμοιες δικαστικές αρχές, όπως ο ανακριτής, μεταξύ των οποίων η Ισπανία και η Γαλλία. Αυτό, φυσικά, δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστών ή των δικαστηρίων να ελέγχουν τη νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μέτρα περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας.
«...Σύμφωνα με τον Ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με τις διαδικασίες αρχειοθέτησης, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς πρέπει να παραπέμπουν την υπόθεση στον εισαγγελέα εφετών, προκειμένου να λάβουν έγκριση για την αρχειοθέτησή της λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, διάταξη που συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και πρέπει να καταργηθεί».
«...Η εν λόγω διάταξη περιορίζει σημαντικά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι ούτε η οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. ούτε ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπουν εξαιρέσεις για διάφορες κατηγορίες προσώπων ή ειδική προνομιακή μεταχείριση».



Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση