GRID_STYLE

NONE

ΡΟΗ:

latest

«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα!»

Manos Lambrakis «Μαμά και μπαμπά, τρία χρόνια τώρα είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης. Και μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει τα ωραία του, αλλά ί...


Manos Lambrakis
«Μαμά και μπαμπά, τρία χρόνια τώρα είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης. Και μπορεί αυτός ο κόσμος να έχει τα ωραία του, αλλά ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος. Φέτος είναι η χρονιά που θα δώσω πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά. Το ξέρω ότι δεν θα πάω καλά και έτσι θα καταλήξω με μια δουλειά, που δεν θα μου δίνει λεφτά.
Πλέον δεν με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά, δεν θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα».
Προς την Α.Ε. τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας
Προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος
Προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
Προς τον Υπουργό Υγείας
Κυρίες και κύριοι,
ένα παιδί δεν κατηγόρησε κανέναν. Δεν έγραψε πολιτικό κείμενο, δεν συνέταξε υπόμνημα, δεν ζήτησε επιτροπή, δεν επικαλέστηκε θεσμούς, δεν απαίτησε δικαίωση. Έγραψε στη μητέρα και στον πατέρα του, δηλαδή στους δύο πρώτους μάρτυρες της ύπαρξής του, και μέσα σε λίγες γραμμές άφησε πίσω του κάτι πολύ βαρύτερο από ένα σημείωμα αποχαιρετισμού: άφησε μια ετυμηγορία για τον κόσμο των ενηλίκων.
«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα». Η φράση αυτή δεν ανήκει μόνο στην ιδιωτική τραγωδία μιας δεκαεπτάχρονης. Ανήκει πλέον στη δημόσια ντροπή μας. Είναι η στιγμή όπου ένα παιδί, πριν προλάβει να ζήσει, κοιτάζει τον κόσμο που του παραδώσαμε και τον βρίσκει ακατοίκητο. Όχι δύσκολο. Όχι άδικο. Όχι απλώς κουραστικό. Ακατοίκητο.
Και ας προσέξουμε το πιο τρομακτικό: αυτό το παιδί δεν φοβάται μόνο τον πόνο του. Φοβάται τις Πανελλήνιες. Φοβάται ότι «δεν θα πάει καλά». Φοβάται ότι θα καταλήξει σε μια δουλειά «που δεν θα του δίνει λεφτά». Δηλαδή στα δεκαεπτά του χρόνια έχει ήδη μάθει τη γραμματική της αγοράς, τη θεολογία της απόδοσης, την ψυχολογία της ήττας. Έχει ήδη αποδεχθεί ότι η ζωή είναι μια οικονομική κρίση που αρχίζει πριν από την ενηλικίωση. Ότι το μέλλον δεν είναι άνοιγμα, αλλά απειλή. Ότι η αξία του ανθρώπου περνά μέσα από βαθμούς, δεξιότητες, επιτυχίες, εισόδημα, παραγωγικότητα, κοινωνική χρησιμότητα.
Τι ακριβώς κάναμε στα παιδιά μας ώστε να φαντάζονται τη ζωή τους ως λογιστικό έλλειμμα πριν ακόμη αποκτήσουν ζωή; Ποια γλώσσα τους δώσαμε; Ποια εικόνα του κόσμου τούς χαρίσαμε; Ποια υπόσχεση τούς αρνηθήκαμε; Διότι εδώ δεν μιλά μόνο η κατάθλιψη ενός παιδιού. Μιλά μια κοινωνία που έχει μετατρέψει την εφηβεία σε προθάλαμο επιδόσεων, την παιδεία σε αγωνία κατάταξης, την οικογένεια σε φορέα άγχους, την εργασία σε φόβητρο και το μέλλον σε σκοτεινή αίθουσα αναμονής.
Οι Πανελλήνιες, μέσα σε αυτό το γράμμα, δεν είναι εξετάσεις. Είναι σχεδόν τελική κρίση. Ένα μικρό κοσμικό δικαστήριο πάνω στο σώμα του παιδιού. Εκεί όπου ο έφηβος δεν αισθάνεται ότι εξετάζεται σε μαθήματα, αλλά ότι εξετάζεται στο ίδιο του το δικαίωμα να ελπίζει. Κι αυτή είναι η μεγάλη πολιτική αστοχία του συστήματος: ότι παριστάνει πως αξιολογεί γνώσεις, ενώ πολύ συχνά εγκαθιστά μέσα στον ψυχισμό των παιδιών την αίσθηση ότι μια αποτυχία μπορεί να ακυρώσει ολόκληρη την ύπαρξη.
Και μετά θα εμφανιστούμε όλοι ευγενείς, συντετριμμένοι, πολιτισμένοι. Θα μιλήσουμε για ψυχική υγεία των εφήβων, για πρόληψη, για γραμμές βοήθειας, για ευαισθητοποίηση, για σχολικούς ψυχολόγους. Ωραίες λέξεις. Καθαρές. Σχεδόν ακίνδυνες. Μόνο που το παιδί δεν ζήτησε μια καμπάνια. Ζήτησε, χωρίς να το πει, έναν κόσμο όπου να μη χρειάζεται να αποδείξει την αξία του για να αξίζει. Έναν κόσμο όπου η αποτυχία να μη μοιάζει με εξορία. Έναν κόσμο όπου η ζωή να μην ξεκινά ήδη ως χρέος.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να πενθεί εκ των υστέρων όταν επί χρόνια μιλά στα παιδιά με τη γλώσσα της πίεσης. Δεν μπορεί να φορά το μαύρο της συμπόνιας την επόμενη μέρα, όταν την προηγούμενη μέρα οργάνωνε τη ζωή τους ως κούρσα, ως ανταγωνισμό, ως ατομική ευθύνη, ως αδιάκοπη αυτοβελτίωση. Η κοινωνία μας έμαθε να λέει στα παιδιά: γίνε κάτι. Πέρασε κάπου. Πρόλαβε. Απόδειξε. Άντεξε. Ξεχώρισε. Και σπάνια τους είπε το μόνο θεμελιώδες: υπάρχου. Μείνε. Δεν περισσεύεις.
Και εδώ η Εκκλησία δεν μπορεί να σταθεί ως θεατής μιας κοινωνικής πληγής. Η Εκκλησία, στην οικουμενική και στην ελλαδική της φωνή, οφείλει να αναμετρηθεί όχι με ένα «περιστατικό», αλλά με την κατάρρευση της ίδιας της δυνατότητας της παρηγοριάς. Διότι ένα παιδί που γράφει «δεν θέλω πια να ζω» δεν χρειάζεται πρώτα λόγο ηθικής τάξεως. Δεν χρειάζεται γενικές διακηρύξεις περί νεότητας, οικογένειας και πίστης. Χρειάζεται κοινότητα που να αντέχει να καθίσει δίπλα του χωρίς να το διορθώσει. Χρειάζεται βλέμμα που να μην το ανακρίνει. Χρειάζεται παρουσία που να μη βιάζεται να το ερμηνεύσει.
Αν η Εκκλησία γνωρίζει κάτι βαθύτερα από κάθε θεσμό, είναι ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται με απόδοση, αλλά με σχέση. Δεν σώζεται επειδή επιτυγχάνει, αλλά επειδή κάποιος τον καλεί με το όνομά του ακόμη κι όταν εκείνος δεν αντέχει τον εαυτό του. Αυτό είναι το θεολογικό βάθος που λείπει από τον δημόσιο λόγο μας: η αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν είναι μονάδα παραγωγής, δεν είναι βαθμός, δεν είναι εισόδημα, δεν είναι μελλοντική θέση εργασίας. Είναι πρόσωπο. Και το πρόσωπο δεν μετριέται. Φανερώνεται, πληγώνεται, κρύβεται, ζητά να το δουν.
Το «μαμά και μπαμπά» με το οποίο αρχίζει το σημείωμα είναι ίσως το πιο σπαρακτικό σημείο του. Όχι γιατί ενοχοποιεί τους γονείς. Αλίμονο. Η οδύνη δεν αντέχει τόσο εύκολες δίκες. Αλλά γιατί δείχνει ότι το παιδί, την τελευταία ώρα, απευθύνεται ακόμη στην πρώτη του σχέση. Εκεί όπου ο άνθρωπος μαθαίνει, ή δεν μαθαίνει, ότι μπορεί να είναι αδύναμος χωρίς να εξαφανίζεται. Ότι μπορεί να φοβάται χωρίς να ντρέπεται. Ότι μπορεί να αποτύχει χωρίς να χάσει την αγάπη. Και ίσως αυτή η φράση να πρέπει να μας διαλύσει περισσότερο από όλες: ένα παιδί μιλά στους γονείς του για να τους πει πως δεν μπορεί πια να κατοικήσει τον κόσμο.
Δεν ξέρουμε τι δεν ακούστηκε. Δεν ξέρουμε τι κρύφτηκε. Δεν ξέρουμε τι άντεξε τρία χρόνια μέσα του αυτό το παιδί. Ξέρουμε όμως ότι γύρω μας κυκλοφορούν χιλιάδες παιδιά με την ίδια σιωπηλή εξάντληση, με την ίδια εσωτερική κατάρρευση που συχνά μεταμφιέζεται σε απουσία, σε ειρωνεία, σε θυμό, σε αδιαφορία, σε κλειστή πόρτα, σε κινητό τηλέφωνο, σε χαμηλωμένο βλέμμα. Και εμείς, οι ενήλικες, έχουμε συχνά την αλαζονεία να νομίζουμε ότι επειδή δεν ακούμε την κραυγή, δεν υπάρχει.
Υπάρχει. Μόνο που πολλές φορές δεν έρχεται ως κραυγή. Έρχεται ως κόπωση. Ως «δεν μπορώ». Ως «δεν έχει νόημα». Ως «δεν θα τα καταφέρω». Ως φόβος για μια δουλειά που δεν θα δίνει λεφτά. Ως πανικός μπροστά σε ένα γραπτό. Ως βουβή παραίτηση από τη χαρά. Ως παιδί που δεν μπορεί πια να δει «τίποτα θετικό».
Αυτό λοιπόν το γράμμα δεν πρέπει να το διαβάσουμε συγκινημένοι. Η συγκίνηση περνά γρήγορα και συχνά μας απαλλάσσει. Πρέπει να το διαβάσουμε ντροπιασμένοι. Γιατί ένα παιδί δεν μας ζήτησε τίποτα, αλλά μας άφησε όλους υπόλογους. Άφησε υπόλογη την πολιτική που ονόμασε ανάπτυξη την αβεβαιότητα. Την παιδεία που συχνά ονόμασε αριστεία τον φόβο. Την κοινωνία που ονόμασε επιτυχία την εξάντληση. Την οικογένεια, όχι ως ενοχή, αλλά ως τόπο που πρέπει να ξαναμάθει να ακούει πριν συμβουλεύσει. Την Εκκλησία που πρέπει να ξαναβρεί το βλέμμα της πάνω στον πονεμένο άνθρωπο πριν μιλήσει για τον άνθρωπο γενικά.
Και, ναι, υπάρχει και η ειρωνεία. Όχι η φθηνή, όχι η κακία. Η μεγάλη, σκοτεινή ειρωνεία μιας χώρας που γιορτάζει κάθε τόσο το μέλλον της, ενώ τα παιδιά της φοβούνται να μπουν σε αυτό. Μιας χώρας που μιλά για νέες γενιές, καινοτομία, δεξιότητες, αριστεία, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι αισθάνθηκε ότι δεν υπάρχει θέση γι’ αυτό εδώ. Μιας χώρας που διαθέτει τελετές, πρωτόκολλα, λόγους, δελτία Τύπου, αλλά συχνά δεν διαθέτει την απλή, γυμνή, ανθρώπινη ικανότητα να πει σε ένα παιδί: μη φοβάσαι, η ζωή σου δεν κρίνεται εδώ.
Το πιο βαθύ πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα αποτραπεί η επόμενη τραγωδία. Είναι τι είδους κόσμο οικοδομούμε ώστε ένα παιδί να μη χρειάζεται να φτάσει στο χείλος για να γίνει επιτέλους ορατό. Τι είδους σχολείο θέλουμε. Τι είδους οικογένεια αντέχουμε. Τι είδους Εκκλησία χρειαζόμαστε. Τι είδους Πολιτεία μπορεί να ονομάζεται ανθρώπινη όταν τα παιδιά της μαθαίνουν από νωρίς ότι η ζωή είναι μια αγορά στην οποία πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις πως αξίζεις το οξυγόνο σου.
Αν υπάρχει μια απάντηση, δεν θα είναι εύκολη. Δεν θα χωρέσει σε ανακοίνωση. Δεν θα λυθεί με ένα πρόγραμμα. Θα αρχίσει μόνο όταν πάψουμε να βλέπουμε τα παιδιά ως μελλοντικούς επιτυχόντες, μελλοντικούς εργαζόμενους, μελλοντικούς παραγωγικούς πολίτες, και τα δούμε ξανά ως πρόσωπα που ζητούν σχέση, νόημα, χρόνο, επιείκεια, ένα χέρι που δεν τα σπρώχνει διαρκώς προς την επόμενη απαίτηση.
Γιατί αυτό που χάθηκε εδώ δεν είναι μόνο μια ζωή. Χάθηκε η βεβαιότητα ότι ο κόσμος μας μπορεί ακόμη να πείσει ένα παιδί να μείνει.
Ένα παιδί έκρινε τον κόσμο μας και τον βρήκε ακατοίκητο. Και εμείς, οι ενήλικες, οι θεσμοί, οι άρχοντες, οι ποιμένες, οι ειδικοί, οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι σχολιαστές, όλοι εμείς που αύριο θα συνεχίσουμε να μιλάμε, οφείλουμε τουλάχιστον για μια στιγμή να σωπάσουμε μπροστά σε αυτή την ετυμηγορία.
Το παιδί δεν είπε απλώς «δεν αντέχω».
Είπε:
«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα».
Και το ερώτημα που μένει δεν είναι τι έπαθε αυτό το παιδί.
Το ερώτημα είναι τι έπαθε ο κόσμος μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση

Αρχειοθήκη ιστολογίου

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *