Με αφορμή τους « Χωροφύλακες των λέξεων » του Κώστα Βαξεβάνη ...
Με αφορμή τους «Χωροφύλακες των λέξεων» του Κώστα Βαξεβάνη...
Αλέξανδρος Τσίγγος
Είχα έναν σκύλο. Πραγματικός Φύλακας. Αγριόσκυλο, μα σε μένα απόλυτη πίστη και υποταγή. Και τον έμαθα να τρώει, αντί για κρέας, χόρτα. Ήθελα να τον κάνω καλύτερο, ημερότερο, καθαρότερο· ήθελα ένα ζώο που να μην έχει πάνω του τίποτα από το αίμα. Και εκείνος, επειδή με αγαπούσε, έτρωγε αυτό που του έδινα. Απέναντι από το αγροτόσπιτό μου ζούσε ένας λύκος. Δεν με μισούσε που ήμουν άνθρωπος· μα συμπονούσε τον φύλακά μου όμως που με τον τρόπο μου τον σκότωνα μέρα με τη μέρα, μπροστά στα μάτια του, με το ταΐστρο γεμάτο πρασινάδα.
Μια μέρα ο σκύλος μου πέθανε. Όχι από αρρώστια — από τη διατροφή που του έκανα. Και ο λύκος μπήκε και μου ρήμαξε τα ζώα, γιατί πεινούσε κι αυτός. Αν γλύτωσα, γλύτωσα επειδή το σπίτι ήταν χτισμένο από τούβλα. Γιατί όταν χόρτασε, δεν έφυγε. Με περίμενε. Ήθελε να με τιμωρήσει που σκότωσα εκείνον που ο ίδιος ήθελε να μην υπάρχει. Κάθισα μέσα, στο σκοτάδι, και τον άκουγα να γρυλίζει. Και αναρωτιόμουν τι με έκανε να οδηγήσω τον φύλακά μου στον θάνατο — και, μαζί με εκείνον, να βλάψω εμένα τόσο απερίσκεπτα.
Η πρώτη απάντηση ήρθε εύκολα και ήταν άβολη: ήταν το δικαίωμα της εξουσίας. Ο σκύλος δεν ήταν άγριο θηρίο να ψάξει μόνος του τροφή· ήταν οικόσιτος, και άρα έτρωγε μόνο ό,τι του έδινα εγώ. Δεν δραπέτευε, κινούταν στα όρια της περίφραξης μου. . Πάνω σε αυτή την εξάρτηση χτίστηκε το δικαίωμά μου να αποφασίζω ακόμα και να παω ενάντια στη φύση του. Και μετά το δεύτερο, το χειρότερο: εξημέρωνα το εξημερωμένο. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι, όταν εξημερώνεις το ήδη εξημερωμένο, η άκρη του δρόμου είναι η ίδια η απώλειά του — γιατί πιο πέρα από την εξημέρωση δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ο θάνατος. Του διέστρεψα τη φύση, και αυτό ήταν το αποτέλεσμα.
Αλλά κάτω και από αυτά κρυβόταν το πραγματικό κίνητρο, και θα το ονομάσω χωρίς να λυπηθώ τον εαυτό μου: ήθελα ο σκύλος μου να με υπακούει μέχρι παραλογισμού. Όπως αγαπάμε η μισούμε μέχρι παραλογισμού. Μέχρι παραλογισμού γιατί το Είναι υπάρχει μόνο μέσα από την σχέση με τα Έτερο. Και η δική μου αυτάρκεια τελικά θέλει για να τραφεί την απώλεια της αυτάρκειας του άλλου. Η απόλυτη υπακοή δεν αποδεικνύεται ποτέ στη λογική εντολή. Στη λογική εντολή δεν ξέρεις αν ο άλλος σε υπακούει ή αν απλώς συμφωνεί· ο σκύλος που τρώει το κρέας που του δίνεις μπορεί απλώς να πεινάει. Η υπακοή αποδεικνύεται μόνο στο παράλογο. Όταν του δίνεις χόρτο και το τρώει, τότε ξέρεις ότι σε προσκυνάει — γιατί πηγαίνει ενάντια στην ίδια του τη σάρκα για χάρη σου. Γι’ αυτό κάθε εξουσία που θέλει υποταγή ολόκληρη δεν ζητά ποτέ το εύλογο· ζητά το αδύνατο. Ο Λα Μποεσί το ήξερε πριν από πεντακόσια χρόνια: ο τύραννος δεν δοκιμάζει τον δούλο στο δίκαιο. Τον δοκιμάζει στο άδικο, γιατί μόνο η υπακοή στο άδικο είναι καθαρή υπακοή. Το χόρτο ήταν το τεστ. Και ο σκύλος μου το πέρασε — και πέθανε περνώντας το.
Εδώ κρύβεται και το πιο τρομερό μάθημα της παραβολής. Ο πιο πιστός πεθαίνει πρώτος. Ο ανυπάκουος σκύλος θα έφτυνε το χόρτο, θα το έσκαγε, θα κυνηγούσε λαγούς· θα ζούσε με τους κινδύνους μιας άγριας φύσης αλλά ζωντανός. Ο δικός μου με αγάπησε μέχρι θανάτου. Και ο λύκος επέζησε ακριβώς επειδή δεν με υπάκουσε ποτέ. Η υπακοή σκότωσε τον φύλακα· η ανυπακοή κράτησε ζωντανό τον λύκο. Κρατήστε αυτή την πρόταση. Θα τη χρειαστούμε ώς το τέλος.
Μια γυναίκα μήνυσε τη θεία της γιατί την αποκάλεσε «χοντρή», και ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο. Ο Κώστας Βαξεβάνης το ονόμασε σωστά: χωροφυλακή των λέξεων. Και μέσα στο κείμενό του υπάρχει μια φράση που λέει περισσότερα απ’ όσα ίσως ήθελε να πει: «η αντιπαράθεση βαφτίζεται τοξικότητα». Αυτό είναι το κλειδί. Η ΒΑΦΤΙΣΗ — η σημασιολογική ξαναταξινόμηση ως πράξη εξουσίας. Η κριτική ξαναβαφτίζεται σε βλάβη. Η κρίση ξαναβαφτίζεται σε μίσος. Η οργή ξαναβαφτίζεται σε αρρώστια. Και από τη στιγμή που η λέξη άλλαξε ληξιαρχείο, δεν χρειάζεται πια επιχείρημα εναντίον της· χρειάζεται μόνο εισαγγελέας.
Γιατί το ζήτημα, ας το πούμε από την αρχή καθαρά, δεν είναι οι λέξεις. Όταν αποφασίζεις να φυλακίσεις τη γλώσσα των ανθρώπων, δεν το κάνεις επειδή θέλεις να τους κάνεις ευγενείς. Το κάνεις από πρόθεση — όπως εγώ με το χόρτο. Κανένας νόμος λογοκρισίας δεν γράφτηκε ποτέ κατά λάθος· πέρασε από χέρια που ήξεραν τι υπογράφουν. Το πονηρό είναι πού κατοικεί η πρόθεση: στην αρχιτεκτονική, όχι στα εξαρτήματα. Ο νομοθέτης ήξερε τι νομοθετούσε· ο εισαγγελέας απλώς εφαρμόζει.
Και αυτό δεν είναι σύμπτωση — είναι το αριστούργημα του σχεδίου. Η εξουσία χτίζει επίτηδες μηχανές που δεν χρειάζονται κακούς χειριστές, ώστε μετά να δείχνει την αθωότητα των χειριστών ως απόδειξη ότι «δεν υπάρχει πρόθεση». Το «κανείς δεν το θέλησε, έτσι λειτουργεί το σύστημα» δεν είναι περιγραφή· είναι το άλλοθι που η ίδια η πρόθεση κατασκεύασε. Το προϊόν, πάντως, είναι πάντα το ίδιο: άνθρωποι που ασφυκτιούν. Άνθρωποι που ζυγίζουν κάθε λέξη πριν την πουν, που κάνουν την παύση μόνοι τους, χωρίς χωροφύλακα δίπλα — γιατί ο χωροφύλακας έχει πια μετακομίσει μέσα τους. Η φυλακή δεν είναι το δικαστήριο· είναι το κόμπιασμα πριν από την πρόταση. Και η λογοκρισία μεγαλώνει σε ευθεία αναλογία με το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που είναι ο κόσμος και σε αυτό που λέγεται πως είναι. Όσο πληθαίνουν αυτά που δεν λέγονται, τόσο σκληραίνει η φύλαξη των λέξεων που θα μπορούσαν να τα πουν. Και τόσο περισσότερο οι άνθρωποι που εύκολα η δύσκολα συμμορφώνονται, αυτολογοκρίνονται.
Τίποτα από αυτά δεν είναι καινούργιο. Η αθηναϊκή κωμωδία είχε ένα προνόμιο που σήμερα ακούγεται αδιανόητο: το ὀνομαστὶ κωμῳδεῖν — να κατονομάζεις τον ισχυρό επί σκηνής και να τον βρίζεις μπροστά σε ολόκληρη την πόλη. Ο Αριστοφάνης το άσκησε πάνω στον ισχυρότερο άνδρα της εποχής του. Και ο Κλέων δεν κατέβηκε να τον αντικρούσει με επιχείρημα· τον έσυρε στα δικαστήρια, με την κατηγορία ότι «ἀδικεῖ τὴν πόλιν» — ότι τη ρεζίλεψε μπροστά στους ξένους. Προσέξτε τη μηχανική: ήδη τότε η δίωξη δεν λέει «με χτύπησες»· λέει «έβλαψες την κοινότητα». Είκοσι τέσσερις αιώνες πριν από τον αντιρατσιστικό νόμο και τη «χοντρή», η κίνηση είναι πανομοιότυπη. Η εξουσία δεν προστατεύει ποτέ τον εαυτό της στο όνομα του εαυτού της. Πάντα στο όνομα κάποιου άλλου — της πόλης, της συνοχής, των ευαίσθητων.
Ο Χ. Τζ. Ουέλς, γνωστός ευγονιστής, στο «Ταξίδι στον Χρόνο», φαντάστηκε το μέλλον της ανθρωπότητας μοιρασμένο σε δύο είδη: τους Ελόι, όμορφους, ήμερους, ανέμελους, που ζουν στο φως — και τους Μόρλοκς, που ζουν στο σκοτάδι και τους εκτρέφουν. Ο Μόρλοκ δεν κυνηγάει τον Ελόι με μαστίγιο. Δεν χρειάζεται. Όταν χτυπήσει η σειρήνα, ο Ελόι κατεβαίνει μόνος του στο σκοτάδι, γιατί η εκτροφή έχει γίνει η φύση του. Αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα του βιβλίου, και δεν είναι αυτό που νόμιζε ίσως ο ευγονιστής συγγραφέας του: η βία, όταν νικήσει ολοκληρωτικά, παύει να φαίνεται σα βία. Γίνεται φροντίδα. Το βελούδινο γάντι δεν κρύβει το χέρι που θερίζει — είναι το χέρι που θερίζει, στην πιο αποδοτική του μορφή. Ελόι δεν σε κάνουν με τη βία. Σε κάνουν με τη φροντίδα — που είναι η ίδια η βία αφού κερδίσει ως κανονικότητα.
Το ξέρω από πρώτο χέρι, και το ακριβότερο παράδειγμα που έχω δεν είναι από βιβλίο. Η Νανά Καραγιάννη, δημοσιογράφος που έπασχε από νευρική ανορεξία. Η κοπέλα πέθαινε, και κανείς δεν της το έλεγε. Της έλεγαν όλοι: τι κούκλα που είσαι. Τι όμορφη. Είσαι καταπληκτική. Και εκείνη έσβηνε μπροστά στα μάτια όλων, ένα σῶμα σαν από στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ναζιστική Γερμανία η σαν Μπιαφράκι, βαφτισμένο σε «αιθέριο». Κανείς δεν σηκώθηκε να της πει το χυδαίο, το απρεπές, το απαγορευμένο: τι κάνεις ρε μαλάκα, κάτσε να φας. Γιατί το χυδαίο κουβαλάει υποχρέωση — άμα το πεις, γράφτηκες, μένεις, ξανάρχεσαι αύριο να δεις αν έφαγε. Το «είσαι καταπληκτική» σε απαλλάσσει. Είναι θαυμασμός από απόσταση, που μοιάζει με αγάπη και είναι εγκατάλειψη με καλούς τρόπους. Ο Κώστας Βαξεβάνης ψάχνει τον εισαγγελέα. Στη δική μου ιστορία, ο δολοφόνος ήταν το σαλόνι. Η ευπρέπεια είναι κι αυτή στολή χωροφύλακα — ίσως η πιο φονική, γιατί δεν μοιάζει με εξουσία. Δεν σου παίρνει τη λέξη με νόμο· σου την παίρνει με ντροπή. Και η μόνη λέξη που θα την αναγνώριζε ζωντανή, που θα της έδινε το δικαίωμα να σωθεί, θάφτηκε ως αγένεια. Την έθαψε η καλή ανατροφή.
Έχει η σημερινή χωροφυλακή των λέξεων ληξιαρχική πράξη γέννησης; Εν μέρει. Όταν γραφόταν το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το άρθρο που ορίζει ότι «κάθε προπαγάνδα εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους απαγορεύεται διά νόμου» το έσπρωξε με επιμονή το σοβιετικό μπλοκ, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες — πρώτες οι Ηνωμένες Πολιτείες — έβαλαν ρητές επιφυλάξεις, στο όνομα της ελευθερίας του λόγου. Και εδώ η Ιστορία γίνεται σαρκαστική: το ίδιο κράτος που κήρυττε διεθνώς «απαγορεύστε την υποκίνηση μίσους» εφάρμοζε στο σπίτι του το άρθρο 58 — «αντισοβιετική αγκιτάτσια» — και έστελνε τους αντιφρονούντες στα στρατόπεδα. Αυτός που καθιέρωσε το εργαλείο ήταν κυριολεκτικά αυτός που το χρησιμοποιούσε για να τσακίσει την κριτική. Δεν είναι υπόνοια· είναι απόδειξη λειτουργίας.
Αλλά προσοχή στο εύκολο συμπέρασμα, γιατί το εύκολο συμπέρασμα είναι κι αυτό μια ΒΑΦΤΙΣΗ: το εργαλείο δεν έχει έναν πατέρα. Νόμοι κατά της «υποκίνησης» υπήρχαν πριν από τη Μόσχα και φτιάχτηκαν και ερήμην της — η μεταπολεμική Γερμανία έγραψε τους δικούς της από τη μνήμη του Άουσβιτς, όχι από εντολή του Στάλιν. Το πραγματικό δίδαγμα είναι σκληρότερο από κάθε γενεαλογία: το «απαγόρευσε το μίσος» δεν έχει ιδιοκτήτη. Είναι η καθολική γραμματική κάθε εξουσίας που θέλει να ξαναταξινομήσει την αντίρρηση ως βλάβη. Ο Κλέων, το Πολιτμπιρό και ο σημερινός εισαγγελέας κάνουν την ίδια κίνηση όχι επειδή είναι αριστεροί ή δεξιοί, αλλά επειδή είναι εξουσία. Και το εργαλείο μένει στο τραπέζι, διαθέσιμο στον επόμενο — που θα το βαφτίσει «προστασία της εθνικής συνοχής» αντί «αντιρατσισμό», και θα δείχνει εμάς.
Ποιοι όμως όρθωσαν τη σημερινή χωροφυλακή; Μια συμμαχία που στα χαρτιά μοιάζει αδιανόητη: μια ορισμένη αριστερά και ο νεοφιλελευθερισμός — ο ηττημένος και ο νικητής του ίδιου πολέμου, αγκαλιασμένοι πάνω από το ίδιο εργαλείο. Η αριστερά, όταν έχασε τον ταξικό πόλεμο, δεν παραδόθηκε· μετακόμισε. Από το εργοστάσιο στο λεξιλόγιο. Από την αναδιανομή του πλούτου στην αναδιανομή των λέξεων. Ήταν κατανοητό ανθρώπινα και ολέθριο πολιτικά: η γλώσσα είναι το μόνο πεδίο όπου μπορείς να νικάς κάθε μέρα χωρίς να αγγίξεις ούτε ένα ευρώ της πραγματικής εξουσίας. Η «συμπεριληπτική γλώσσα» έγινε το υποκατάστατο της συμπερίληψης στον πλούτο· το σεμινάριο ευαισθητοποίησης, το υποκατάστατο της συλλογικής σύμβασης. Και ο νεοφιλελευθερισμός, που δεν είναι χθεσινός, αναγνώρισε αμέσως το δώρο: η μετονομασία είναι δωρεάν, η αναδιανομή κοστίζει. Καμία επιχείρηση δεν αρνήθηκε ποτέ να αλλάξει λεξιλόγιο — αρνείται να αλλάξει μισθούς. Έτσι υπογράφτηκε το σιωπηλό σύμφωνο: εσείς κρατήστε τις λέξεις, εμείς κρατάμε τα πράγματα.
Και πουθενά το σύμφωνο δεν είναι πιο κυνικό απ’ ό,τι πάνω στο σῶμα του χοντρού. Γιατί το πάχος, στις κοινωνίες μας, δεν πέφτει από τον ουρανό — παράγεται βιομηχανικά και μοιράζεται ταξικά. Οι φτηνές θερμίδες για τους φτωχούς, η ζάχαρη σε όλα, το ντελίβερι, οι δώδεκα ώρες μπροστά σε οθόνη, το φαγητό της εξάντλησης και της θλίψης: το ίδιο σύστημα που παχαίνει τους ανθρώπους κατά χιλιάδες, με σχέδιο και με κέρδος, γυρίζει μετά και τους «προστατεύει» — από μία λέξη. Απαγορεύεται να πεις τον χοντρό χοντρό· επιτρέπεται να τον παχαίνεις. Ο εισαγγελέας κινείται για τη «χοντρή» της θείας· δεν κινήθηκε ποτέ για τη βιομηχανία τροφίμων, για τα ωράρια, για τη φτώχεια που γεμίζει το πιάτο με ό,τι φτηνότερο. Και από πάνω, το διπλό ταμείο: η ίδια αγορά που πουλάει το πάχος πουλάει και τη δίαιτα, πουλάει και το body positivity, πουλάει και την ενοχή και το βάλσαμό της, εισπράττοντας και στις δύο πόρτες. Η πληγή του ανθρώπου που έγινε χοντρός — πληγή αληθινή, σκαμμένη από την ίδια την αγορά — θερίζεται ως ηθικό κεφάλαιο για να χτιστεί ο νόμος που φυλάει τις λέξεις και αφήνει άθικτες τις αιτίες.
Αυτή είναι η απάνθρωπη κανονικότητα που ονομάστηκε πολιτική ορθότητα: μια κανονικότητα που διαχειρίζεται συναισθήματα αντί να αγγίζει αιτίες. Ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι, όπως γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης: έτοιμη να διώξει τη θεία, ανίκανη να διώξει την πείνα. Σου προσφέρει την αξιοπρέπεια της λέξης επειδή σου έχει αφαιρέσει την αξιοπρέπεια του βίου — δεν θα σε πουν χοντρό, θα σε αφήσουν όμως στα οκτακόσια ευρώ, στη φτηνή θερμίδα, στη μοναξιά του κενού που μπουκώνεται. Και το ονομάζει πρόοδο. Είναι η ίδια κίνηση με το χόρτο μου: σε ταΐζω αυτό που σε σκοτώνει και σε προστατεύω από το όνομά του. Ο σκύλος μου πέθανε χορτάτος και βαφτισμένος «καθαρός». Ο πολίτης της κενοπολιτείας πεθαίνει παχύς και βαφτισμένος «προστατευμένος».
Και φτάνουμε στην καρδιά, εκεί που το ζήτημα παύει να είναι νομικό και γίνεται οντολογικό. Γιατί το βαθύ έγκλημα δεν είναι η απαγόρευση μιας λέξης. Είναι η ακύρωση του συναισθηματικού κόσμου του ανθρώπου — του κόσμου των λέξεων και των αντιθέτων τους. Αγαπώ σημαίνει ότι μπορώ και να μισώ. Οι λέξεις είναι αλληλένδετες· δεν μπορείς να κρατήσεις τον έναν πόλο και να πετάξεις τον άλλο. Αν δεν χωρούσε το μίσος, η αγάπη δεν θα ήταν επιλογή — θα ήταν αντανακλαστικό, το κούνημα της ουράς. Ο Ηράκλειτος το είπε μια για πάντα: παλίντονος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης. Η αρμονία είναι τεντωμένη ανάποδα, σαν το τόξο και τη λύρα. Χωρίς την αντίθετη τάση δεν υπάρχει ούτε βέλος ούτε μουσική. Η χορδή που δεν αντιτείνει, δεν παίζει.
Αυτό λοιπόν κάνει η επιβεβλημένη «θετικότητα», η φόρμα, η στείρωση του αρνητικού πόλου: δεν σε κάνει καλύτερο. Σου ξεκουρδίζει τη λύρα. Άνθρωπος που του απαγόρευσαν το μίσος δεν είναι άνθρωπος που αγαπάει περισσότερο· είναι άνθρωπος που δεν αγαπάει πια τίποτα με βάρος. Και επειδή ο συναισθηματικός κόσμος δεν είναι προϊόν εργαστηρίου αλλά απόσταγμα βιώματος — του πόνου, της απώλειας, της οργής, της ντροπής, της λαχτάρας — η στείρωσή του δεν παράγει πολιτισμένους ανθρώπους. Παράγει Ελόι. Ολόκληρη η λογοτεχνία, όλη η τέχνη που αξίζει το όνομά της, είναι απόβγαλμα αυτού του διπολικού κόσμου: γεννιέται εκεί που η αγάπη και το μίσος, το ωραίο και το αποκρουστικό, τρίβονται μέχρι να βγάλουν σπίθα. Ένας άνθρωπος αποστειρωμένος από τον έναν πόλο δεν θα γράψει ποτέ τίποτα, δεν θα τραγουδήσει ποτέ τίποτα — θα καταναλώνει περιεχόμενο, ήμερος, χαμογελαστός, έτοιμος να κατέβει όταν χτυπήσει η σειρήνα.
Και υπάρχει και το πιο σκοτεινό: κάποτε η ίδια η αγάπη μας για έναν άνθρωπο γίνεται δηλητήριο, τέτοιο που θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να τον μισούσαμε. Η Νανά Καραγιάννη δεν σκοτώθηκε από μίσος. Σκοτώθηκε από αγάπη — από την αγάπη που δεν άντεχε να πληγώσει, που ήθελε να την κρατήσει «κούκλα», που φοβήθηκε τη δύσκολη λέξη. Ένα σταγονόμετρο σκληρότητας θα ήταν σανίδα σωτηρίας. Το «είσαι καταπληκτική» ήταν η δειλή αγάπη. Το «με τρομάζεις, φάε» θα ήταν η γενναία. Όποιος στειρώνει τον αρνητικό πόλο δεν προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό· τους αφαιρεί το μόνο εργαλείο με το οποίο η αγάπη γίνεται πράξη διάσωσης και όχι τελετή αποχαιρετισμού.
Θα μου πείτε: και το πληγωμένο παιδί; Το χοντρό παιδί που θάφτηκε στο σχολικό bullying, που άκουσε τη λέξη χίλιες φορές σαν πέτρα; Υπάρχει, και η πληγή του είναι αληθινή — και ακριβώς επειδή είναι αληθινή, γίνεται το άλλοθι. Το αριστούργημα της εξουσίας είναι να θολώσει τις κατευθύνσεις: να πει ότι το βρίσιμο του ποιητή προς τον Κλέωνα και το βρίσιμο του νταή προς το παιδί είναι το ίδιο πράγμα — «τοξικότητα», «μίσος» — και να χτίσει πάνω στην πραγματική πληγή του δεύτερου τον νόμο που αύριο θα στραφεί εναντίον του πρώτου. Ο Κλέων χρειάζεται πάντα έναν αληθινά πληγωμένο για να ντύσει τη λογοκρισία του προστασία.
Γι’ αυτό η μόνη υπεράσπιση της παρρησίας που δεν αυτοκτονεί είναι εκείνη που κρατάει τη διάκριση κοφτερή εκεί που η εξουσία τη θέλει θολή. Όχι «όλες οι λέξεις ελεύθερες, όλα τα δαγκώματα δικαιολογημένα» — αυτό είναι η λύσσα, όχι ο λύκος. Ο λύκος της παραβολής μου δεν δάγκωσε τυφλά· με περίμενε για να με τιμωρήσει, εμένα, τον αίτιο, όχι όποιον περνούσε. Ακόμα και το θηρίο έχει δικαιοσύνη: στοχεύει. Το βρίσιμο προς τα πάνω είναι ιερό — είναι η βιολογική λειτουργία της δημοκρατίας, όπως σωστά γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης για την κρίση. Το βρίσιμο προς τα κάτω είναι το δόλωμα με το οποίο θα μας πάρουν το πρώτο. Ο λύκος ξέρει ποιον κατασπαράζει. Αυτό τον κάνει λύκο και όχι λύσσα.
Και πίσω από όλα, το ερώτημα της αρχής: ποιος κερδίζει από έναν λαό που έφαγε το χόρτο του; Η εξουσία που δεν θέλει αμφισβητίες και υβριστές της. Που δεν θέλει πολίτες με δόντια αλλά υπηκόους με πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς. Που βαθμολογεί συμπεριφορές, ακυρώνει τους απείθαρχους, βαφτίζει την αντιπαράθεση τοξικότητα και τη μετριοπάθεια ωριμότητα — και, άνευ απολογίας, ονομάζει δημοκρατία την κενοπολιτεία: ένα κέλυφος θεσμών γύρω από ένα κενό, όπου όλα τα σχήματα της πολιτείας υπάρχουν και το περιεχόμενό της απουσιάζει. Εκλογές χωρίς επιλογή, δημόσιος λόγος χωρίς λόγο, κρίση χωρίς κριτές. Οι Ελόι ψηφίζουν κιόλας. Απλώς κατεβαίνουν όταν χτυπήσει η σειρήνα.
Και σχεδιάζεται. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τη «λειτουργία»: εγώ, στο αγροτόσπιτο, δεν μισούσα τον σκύλο μου — τον αγαπούσα — αλλά το χόρτο το έβαλα στο ταΐστρο με το χέρι μου, ξέροντας τι ζητούσα: υπακοή μέχρι παραλογισμού. Έτσι και η κενοπολιτεία: ο εισαγγελέας που δίωξε τη θεία δεν ξύπνησε το πρωί μισώντας την ελευθερία, εφάρμοσε έναν νόμο· ο νόμος όμως δεν έπεσε από τον ουρανό. Γράφτηκε, ψηφίστηκε, υπογράφηκε — από ανθρώπους που ήξεραν ότι ένα εργαλείο φτιαγμένο «για την προστασία» μπορεί αύριο να φυλάει την ίδια την εξουσία από την κρίση. Πρόθεση δεν σημαίνει ένας κρυφός συγγραφέας σε ένα υπόγειο· σημαίνει συμφέρον — και το συμφέρον έχει πολλά χέρια που γράφουν προς την ίδια κατεύθυνση χωρίς να χρειαστεί να συνεννοηθούν. Ο εχθρός της ελευθερίας δεν είναι πάντα ο τύραννος απέναντι. Κάποτε είναι η δική μας αγάπη, όποτε θελήσει τον άλλο ήμερο, δικό μας κτήμα, να μας ανήκει — αντί να συνανήκουμε, ο καθένας με τα δόντια του και τη φύση του, χωρίς αφέντη.
Κάθομαι ακόμα στο σπίτι από τούβλα. Ο φύλακάς μου είναι θαμμένος στην αυλή — ο πιο πιστός, γι’ αυτό και ο πρώτος νεκρός. Και έξω, στο σκοτάδι, ακούω τον λύκο. Δεν φεύγει. Δεν με μισεί που είμαι άνθρωπος· με περιμένει γιατί σκότωσα κάτι που είχε δικαίωμα να υπάρχει, και το σκότωσα με φροντίδα, με τάισμα, με αγάπη. Ό,τι αληθινό δεν εξημερώθηκε, περιμένει απ’ έξω. Και γρυλίζει. Και έχει δίκιο.
* Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός και ως αρθρογράφος και αναλυτής σε διάφορα ενημερωτικά sites και εφημερίδες.
"documentonews"

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση