Η γενιά που συνέθλιψε το παρελθόν και το μέλλον για ένα διαρκές παρόν...
Η γενιά που συνέθλιψε το παρελθόν και το μέλλον για ένα διαρκές παρόν...
Αλέξανδρος Τσίγγος
- Η δίκη που έγινε χωρίς δικαστήριο
Στη Βαρσοβία, τον Δεκέμβριο του 1970, ο Βίλι Μπραντ γονάτισε μπροστά στο μνημείο του γκέτο. Ένας άνθρωπος που είχε αντισταθεί στον ναζισμό γονάτισε εκ μέρους εκείνων που δεν είχαν αντισταθεί. Αυτή είναι η κλασική φορά της συλλογικής ενοχής. Κατεβαίνει από τους πατέρες στους γιους, και οι γιοι απολογούνται για λογαριασμό των πατέρων. Ο Καρλ Γιάσπερς, μέσα στα ερείπια του 1946, ξεχώρισε τέσσερα είδη ενοχής. Ποινική, πολιτική, ηθική, μεταφυσική. Και όρισε ότι η πολιτική βαραίνει όλους τους πολίτες ενός κράτους που έπραξε το κακό, ακόμη κι όσους δεν σήκωσαν το χέρι.
Στην Ελλάδα συνέβη κάτι που δεν το προβλέπει καμία τυπολογία. Μια ολόκληρη γενιά αντέστρεψε τη φορά. Δεν κληρονόμησε την ενοχή των γονιών της. Την κατασκεύασε.
Η γενιά μου έστησε στους γονείς της μια δίκη που δεν έγινε ποτέ σε αίθουσα. Το κατηγορητήριο ήταν πλούσιο. Η ανοχή στη χούντα, ο συντηρητισμός, το «τι θα πει ο κόσμος», η σιωπή τους, η αυστηρότητά τους, τα δικά τους πεπραγμένα φορτωμένα πάνω μας ως λογαριασμός. Και με αυτό το κατηγορητήριο αγοράσαμε κάτι πολύτιμο. Το δικαίωμα να μην τους οφείλουμε τίποτα. Δεν εγκαταλείπεις τον πατέρα σου. Εγκαταλείπεις τον ένοχο! Πρώτα ήρθε η καταδίκη, ύστερα το παρκάρισμα στη μοναξιά του διαμερίσματος ή του γηροκομείου. Και το παρκάρισμα, χάρη στην καταδίκη που είχε προηγηθεί, έμοιαζε πια σχεδόν με απονομή δικαιοσύνης. Η δίκη των γονιών μας υπήρξε πράξη απαλλαγής. Της δικής μας απαλλαγής.
- Η πατροκτονία χωρίς ενοχή
Ο Φρόυντ, στο «Τοτέμ και Ταμπού», αφηγείται τον ιδρυτικό μύθο του πολιτισμού. Οι γιοι σκοτώνουν τον πατέρα και ύστερα τους κατατρώει η ενοχή. Από αυτή την ενοχή γεννιέται ο νόμος, η απαγόρευση, η κοινωνία. Ο νεκρός πατέρας γίνεται ισχυρότερος από τον ζωντανό, γιατί η μνήμη του θεμελιώνει την υποχρέωση.
Ο δικός μας δρόμος ήταν πιο πονηρός. Σκοτώσαμε τον πατέρα με σχετική ευκολία, γιατί την ενοχή την είχαμε μεταβιβάσει εγκαίρως σε εκείνον. Το κατηγορητήριο είχε συνταχθεί πριν από την πράξη. Και επειδή από την πατροκτονία μας καλύφθηκε η ενοχή από την «αναγκαιότητα», δεν γεννήθηκε από αυτήν κανένας νόμος, καμία υποχρέωση, καμία συνέχεια. Γεννήθηκε το κενό. Το παραγάγαμε μόνοι μας, κόβοντας ταυτόχρονα και τους δύο δεσμούς, προς τα πάνω με τους γονείς και προς τα κάτω με τα παιδιά μας. Η Κενοκρατία, η κυριαρχία του κενού, εγκαταστάθηκε χωρίς να παραβιάσει καμία πόρτα, σε μια κοινωνία που είχε ήδη αδειάσει μόνη της τα δωμάτιά της.
III. Πρώτη πράξη. Το μπετόν
Για να καταλάβουμε πότε κόπηκε ο δεσμός, πρέπει να δούμε από τι υλικό ήταν φτιαγμένος όσο κρατούσε.
Η γενιά των γονιών μας, όσοι γεννήθηκαν μέσα ή αμέσως μετά την Κατοχή, ξέφυγε από τη φτώχεια με έναν μηχανισμό μοναδικό στην Ευρώπη. Την αντιπαροχή. Η ελληνική μεσαία τάξη γεννήθηκε όχι από τη βιομηχανία ή το εμπόριο αλλά από την έγγεια πρόσοδο, από το οικόπεδο που έγινε πολυκατοικία. Και όταν εκείνη η γενιά αποχαιρέτησε τους δικούς της γονείς, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κράτησε τη σχέση ακέραιη. Τους γηροκόμησε στο σπίτι, τους κράτησε στο τραπέζι, τους έκλεισε τα μάτια.
Λάθος όμως να το αποδώσουμε αποκλειστικά σε ηθική ανωτερότητα. Ο δεσμός είχε και υλικό σώμα. Η αντιπαροχή προϋπέθετε το πατρικό οικόπεδο. Ο πατέρας ήταν κυριολεκτικά το κεφάλαιο. Το χωράφι του παππού έγινε ένα διαμέρισμα για κάθε παιδί, και ο δεσμός γονέα και παιδιού χύθηκε σε μπετόν, με τα μπαλκόνια και τις κολόνες του. Κανείς δεν αποκηρύσσει το κεφάλαιό του. Η γενιά εκείνη κατοικούσε, κυριολεκτικά, μέσα στο θεσμό της οικογένειας. Με τα καλά της και τα στραβά της.
Μόνο που το μπετόν είχε και έναν δεύτερο, αθέατο συσχετισμό. Ο ίδιος μηχανισμός που έδενε την οικογένεια, κατεδάφισε τον κοινό χώρο όπου η οικογένεια γινόταν κοινωνία. Το χωράφι που έγινε πολυκατοικία και σκότωσε την αυλή. Και μαζί της τη γειτονιά, το πεζοδρόμιο με τις καρέκλες τα καλοκαιρινά βράδια, τις αλάνες όπου τα παιδιά κοινωνικοποιούνταν και μάθαιναν τους κανόνες πριν μάθουν τη λέξη κανόνας. Στη θέση της αυλής ήρθε η πιλοτή, στην πιλοτή το πάρκινγκ, και το πάρκινγκ γέμισε με το αυτοκίνητο που θα μας μετέφερε μακριά από το σημείο του εγκλήματος η ακόμα μακρύτερα στο «Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες». Η αντιπαροχή μάς έδεσε ως οικογένειες τη στιγμή ακριβώς που μας έλυνε ως κοινότητα. Κρατήσαμε για μια γενιά ακόμη τον δεσμό του αίματος και θυσιάσαμε τον δεσμό του τόπου. Όταν αργότερα ήρθε το δάνειο να κόψει και τον δεσμό του αίματος, δεν είχε απομείνει τίποτα να μας κρατάει μαζί.
- Δεύτερη πράξη. Το δάνειο
Από τη δεκαετία του 1990, το σπίτι έπαψε να το δίνει ο πατέρας. Το έδινε η τράπεζα. Η στεγαστική πίστη, τα καταναλωτικά, τα διακοποδάνεια και τα εορτοδάνεια αντικατέστησαν τη γενεαλογική μεταβίβαση με τη χρηματοπιστωτική. Και τη στιγμή που η τράπεζα πήρε τη θέση του πατέρα ως πηγή της στέγης, ο πατέρας έγινε περιττός. Όπως ακριβώς το τραπεζικό σύστημα είχε μπει ενδιάμεσος και ανάμεσα στον μαγαζάτορα και τον πελάτη του, σκοτώνοντας την εμπορική πίστη.
Εδώ βρίσκεται η υλική βάση της πατροκτονίας. Η γενιά μου αποκήρυξε τους γονείς της όχι επειδή έγινε ξαφνικά αχάριστη, επειδή διάβασε λάθος βιβλία ή είδε πολλή τηλεόραση, αλλά όταν έπαψε να τους χρειάζεται, και η δανεική ευμάρεια ήταν ο μηχανισμός που το επέτρεψε.
Το σεντόνι μέσα στο οποίο τυλιχτήκαμε ήταν υποθηκευμένο. Η ελευθερία μας από τους γονείς είχε επιτόκιο, και το πληρώνουμε τώρα, στα κόκκινα δάνεια, στα funds, στους πλειστηριασμούς που βγάζουν στο σφυρί τα ίδια εκείνα διαμερίσματα της αντιπαροχής. Η τράπεζα αποδείχθηκε πολύ σκληρότερος πατέρας από τον πατέρα. Ο πατέρας συγχωρούσε τη δόση που καθυστερούσε. Η τράπεζα ανατοκίζει.
Και η τηλεόραση μάς τραγουδούσε τη μετάβαση σε πέντε λέξεις. «Δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο». Ολόκληρη η μετατόπιση, από την διάθεση των όσων παρήχθησαν με μόχθο διά της αντιπαροχής στην ευκολία του δανείου, από τη φροντίδα στην ανάθεση, από τη σχέση στη συναλλαγή, χωράει σε αυτό το σύνθημα. Ο κόπος ήταν η σχέση. Ο τρόπος ήταν η διαφυγή. Υπήρξε το πρώτο διαφημιστικό σποτ της ατομικής μας λιποταξίας.
Η φυγή, βεβαίως, χρειαζόταν βάφτιση για να μη φαίνεται φυγή. Και βαφτίστηκε. Η εγκατάλειψη των γερόντων βαφτίστηκε «αξιοπρέπεια» και «εξειδικευμένη φροντίδα». Η παράδοση των παιδιών στην οθόνη βαφτίστηκε «εξοικείωση με την τεχνολογία» και «σεβασμός στον προσωπικό τους χώρο». Η δική μας απόδραση βαφτίστηκε «αυτοπραγμάτωση». Η εγκατάλειψη έγινε lifestyle, με τη δική της ορολογία, τα δικά της περιοδικά, τους δικούς της συμβούλους ευζωίας.
- Τρίτη πράξη. Η οθόνη
Η γενιά μου είναι η πρώτη στην ελληνική ιστορία που ελευθερώθηκε ταυτόχρονα και από τις δύο μεριές της ζωής. Τους γονείς τούς ξέχασε στο διαμέρισμα ή τους τοποθέτησε στη μονάδα φροντίδας. Το μεγάλωμα των παιδιών το ανέθεσε στην οθόνη. Ο μηχανισμός είναι πανομοιότυπος. Η φροντίδα, δηλαδή ο χρόνος, δηλαδή η ίδια μας η ζωή, ανατέθηκε σε ένα σύστημα, και η ανάθεση ονομάστηκε πρόοδος.
Σήμερα οι άνδρες και οι γυναίκες των πενήντα και των εξήντα παλιμπαιδίζουν. Το μπότοξ, τα φίλτρα, η ζωή ως απεικόνιση ίνσταγκραμ, ο έρωτας χωρίς ευθύνη σε ηλικίες που οι παππούδες τους κρατούσαν εγγόνια. Και την ίδια ώρα οι δικοί τους γονείς παλεύουν μόνοι με την ψηφιοποίηση ακόμη και της σύνταξής τους. Η γιαγιά με το χαρτάκι των κωδικών του gov.gr διπλωμένο στο πορτοφόλι, να παρακαλάει στην ουρά έναν περαστικό να της πατήσει τα κουμπιά, είναι η ακριβέστερη φωτογραφία της εποχής.
Η γενιά που αρνείται να γεράσει είναι η ίδια που άφησε τους γέρους της αβοήθητους. Καμία σύμπτωση, καμία ειρωνεία της τύχης. Το ίδιο ακριβώς πράγμα, ιδωμένο από δύο πλευρές. Το μπότοξ και το γηροκομείο είναι οι δύο όψεις της ίδιας άρνησης. Η γενιά μου έκρυψε τα γηρατειά από το πρόσωπό της και από το σαλόνι της με την ίδια κίνηση.
Και εδώ φαίνεται τι κάναμε στον ίδιο τον χρόνο. Παρκάροντας τους γονείς, καταργήσαμε το παρελθόν. Παραδίδοντας τα παιδιά στην οθόνη, καταργήσαμε το μέλλον. Ό,τι απέμεινε είναι ένα διαρκές παρόν, και το παρόν χωρίς πριν και χωρίς μετά έπαψε να είναι χρόνος. Έγινε λούπα. Το μπότοξ είναι η δήλωση αυτής της λούπας πάνω στο δέρμα. Όποιος αρνείται τη διαδοχή αρνείται αναγκαστικά και τους δύο κρίκους της, τον γονιό και το παιδί. Η τυραννία της νεανικότητας μοιάζει αισθητικό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα είναι η χρονική μορφή της λιποταξίας, το σπάσιμο της διαδοχής των γενεών φορεμένο ως νιάτα. Μια καρικατούρα νεότητας.
Και τα παιδιά των τριάντα και των σαράντα, που λέμε ότι δεν γνωρίζουν τη λέξη «συγγνώμη», δεν αποτελούν κανένα μυστήριο και καμία ανεξήγητη ηθική μετάλλαξη. Η συγγνώμη μαθαίνεται με έναν μόνο τρόπο. Βλέποντας κάποιον να τη λέει. Σε ποιον την είπαμε εμείς μπροστά τους; Μεγάλωσαν σε σπίτια όπου η λέξη δεν ακούστηκε ποτέ προς τα πάνω, και απορούμε που δεν κατεβαίνει προς τα κάτω.
- Η πόλη που κατάργησε τον πολίτη
Όλα αυτά ήταν αδύνατον να μείνουν χωρίς αποτελέσματα. Η απανθρωποποίηση, που παρουσιάζεται ως ζήτημα του Μετανθρωπισμού και του αύριο, μας έχει ήδη συμβεί. Και δεν ήρθε απ’ έξω, με την τεχνολογία στον ρόλο του κατακτητή. Η αλήθεια είναι λιγότερο κολακευτική. Τη χτίσαμε μόνοι μας, με τους ίδιους όρους με τους οποίους δομήσαμε την πόλη ως μορφή διαβίωσης. Είμαστε ο φέρων οπλισμός όλων εκείνων που, διαμαρτυρόμενοι, τα αποδίδουμε στις Πλατφόρμες και τους γίγαντές τους. Εμείς στρώσαμε το χαλί για την άφιξή τους.
Η πόλις των αρχαίων δεν υπήρξε ποτέ απλός πληθυσμός. Υπήρξε πρώτα διάταξη. Η αγορά είναι έννοια χωρική πριν γίνει πολιτική. Ο Αριστοτέλης ονόμασε τον άνθρωπο πολιτικό ζώο επειδή έχει λόγο, όμως ο λόγος χρειάζεται τόπο για να ειπωθεί μπροστά σε άλλους, με το σώμα παρόν και εκτεθειμένο. Όταν ο τόπος του λόγου έγινε διαμέρισμα, αυτοκίνητο, οθόνη, ο λόγος εκφυλίστηκε σε σχόλιο και σλόγκαν. Ο πολίτης χωρίς αγορά κατάντησε χρήστης, και ο χρήστης, αντί να διαμαρτύρεται, αξιολογεί. Βάζει likes.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ακούγεται η μεγάλη υπόσχεση της εποχής, ότι η τεχνητή νοημοσύνη και το ρομπότ θα μας απελευθερώσουν από την εργασία, για να αποκτήσουμε επιτέλους χρόνο δημιουργίας.
Η υπόσχεση είναι παλιά. Ο Κέυνς έγραφε ήδη το 1930 ότι τα εγγόνια μας θα εργάζονται δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα και ότι το μεγάλο τους πρόβλημα θα είναι τι να κάνουν την ελευθερία τους. Τα εγγόνια ήρθαν, ο χρόνος σε αρκετούς όντως περίσσεψε, και τον κατάπιε η οθόνη. Γιατί η δημιουργία δεν χρειάζεται απλώς κενές ώρες. Οι αρχαίοι είχαν γι’ αυτό μια άλλη λέξη. Σχόλη. Και η σχόλη είναι χρόνος με χώρο και με διαδοχή. Χρειάζεται το εργαστήρι, τον δάσκαλο, την παράδοση που την παραλαμβάνεις για να την παραδώσεις παραλλαγμένη. Ο ελεύθερος χρόνος χωρίς αυτά γεννά μόνο κύλισμα στην οθόνη. Ο χρόνος χωρίς τόπο και χωρίς αλυσίδα γενεών είναι νεκρός χρόνος, και αυτά τα δύο τα είχαμε ξοδέψει μόνοι μας, πολύ πριν έρθει κανένα ρομπότ.
Γι’ αυτό και η τελετή που παρακολουθούμε, ο ενταφιασμός του Δημιουργικού Ανθρώπου, διαβάζεται συνήθως ανάποδα. Η μηχανή βρήκε τον τάφο ήδη σκαμμένο. Η τεχνητή νοημοσύνη μετακομίζει σε δωμάτια που τα είχαμε αδειάσει από πριν, και η Κενοκρατία τής παραδίδει απλώς τα κλειδιά. Εκεί όπου υπάρχει άνθρωπος με ρίζα, με διαδοχή, με κάτι να πει που το κουβαλάει από πριν, η μηχανή γίνεται εργαλείο στα χέρια του, όπως η σμίλη και το ριζόχαρτο. Ο πραγματικός κίνδυνος αρχίζει με τον άνθρωπο χωρίς γενεαλογία, που δεν έχει τίποτα δικό του να δώσει στη μηχανή και άρα θα πάρει ό,τι του δώσει εκείνη. Αυτόν η τεχνολογία θα τον διαδεχθεί αθόρυβα, χωρίς καν να χρειαστεί να τον σκοτώσει.
VII. Η διπλή ανάγνωση
Η αυτομαστίγωση των γενεών έχει όμως κι αυτή τις παγίδες της. Η Χάνα Άρεντ ήταν καχύποπτη απέναντι στο «όλοι φταίμε». Όπου όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι, και η πραγματική ευθύνη διαλύεται μέσα στη γενικότητα σαν ζάχαρη στο νερό. Το «φταίμε ως γενιά» μπορεί να γίνει άλλοθι δευτέρου βαθμού, μια γλυκιά μελαγχολία που υποκαθιστά την πράξη και μας επιτρέπει να συνεχίσουμε όπως πριν, απλώς πιο συγκινημένοι.
Υπάρχουν άνθρωποι της γενιάς μου που κράτησαν τους γονείς τους κοντά μέχρι το τέλος και πλήρωσαν το τίμημα σε χρόνο, σε χρήμα και σε ψυχή. Και όταν ψάχνουμε ενόχους, το βλέμμα ανήκει προς τα μέσα, όχι γύρω μας. Εκεί, στο βάθος, θα βρούμε τα χρόνια που σωπάσαμε, άσχετα αν οι φωνές μας θα άλλαζαν την ιστορία. Αυτή ακριβώς είναι η τέταρτη ενοχή του Γιάσπερς, η μεταφυσική. Αδιαφορεί για το αν θα άλλαζες κάτι. Την ενδιαφέρει ένα μόνο πράγμα, ότι ήσουν παρών.
Η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι η Ατομική Λιποταξία είχε και σκηνικό που τη διευκόλυνε. Η πυρηνική οικογένεια στριμωγμένη σε εξήντα τετραγωνικά, οι δύο δουλειές για ένα νοίκι, οι πόλεις που χτίστηκαν χωρίς να χωράνε γέρους, το κράτος που δεν στήριξε ποτέ τη φροντίδα στο σπίτι. Η φυγή έγινε φθηνή και η παραμονή πανάκριβη, και αυτό δεν το αποφάσισαν τα άτομα. Αν η ιστορία γραφτεί μόνο ως ηθική κατάπτωση, χάνεται ο μηχανισμός. Αν γραφτεί μόνο ως μηχανισμός, χάνεται η ευθύνη. Το δύσκολο, και το μόνο έντιμο, είναι να κρατηθούν και τα δύο στο ίδιο χέρι.
VIII. Το επιτόκιο
Η δανεική ευμάρεια της ελληνικής οικογένειας είναι η μικρογραφία της δανεικής ευμάρειας της χώρας. Η ίδια τεχνολογία που μετέτρεψε το κράτος σε αποικία χρέους μετέτρεψε και την οικογένεια σε χρεοκοπημένο θεσμό. Πρώτα σου προσφέρεται η ευκολία, ύστερα σου αφαιρείται η αυτονομία, και στο τέλος ανακαλύπτεις ότι αυτό που πούλησες για να αγοράσεις την ελευθερία σου ήταν η ίδια η ελευθερία σου. Το εξαρτημένο κράτος πούλησε την εναπομένουσα κυριαρχία του. Εμείς πουλήσαμε τους δεσμούς μας. Και τα δύο τα λέγαμε, τότε, εκσυγχρονισμό.
Το απόσταγμα όλης αυτής της ιστορίας χωράει σε δύο προτάσεις, και ας πονάνε. Δεν κληρονομήσαμε την ενοχή των γονιών μας. Τους τη χρεώσαμε, για να μην πληρώσουμε τη δική μας. Μόνο που η ενοχή, όπως και το χρέος, δεν διαγράφεται με τη μεταβίβαση. Ανατοκίζεται. Και το επιτόκιο τρέχει ήδη, στα άδεια διαμερίσματα των γονιών μας, στις πιλοτές που δεν θα ξαναγίνουν αυλές, και στα σκυμμένα πάνω από τις οθόνες κεφάλια των παιδιών μας, που κάποια μέρα θα βρουν κι εκείνα τον δικό τους τρόπο να μη θέλει κόπο. Δεν θα χρειαστεί καν να μας δικάσουν. Θα τους έχουμε μάθει εμείς ότι η δίκη είναι περιττή, ότι αρκεί η σιωπηλή διαγραφή, ένα μπλοκάρισμα, μια ειδοποίηση που δεν απαντήθηκε ποτέ.
* Ο Αλέξανδρος Τσίγγος είναι τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός και ως αρθρογράφος και αναλυτής σε διάφορα ενημερωτικά sites και εφημερίδες.
"documentonews"


Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση