Μιχάλης Χαιρετάκης Κύριε Δούση, πριν ζητήσετε από τα παιδιά μας να πεθάνουν για την Ελλάδα, δώστε τους μια Ελλάδα για να ζήσουν Μια απάντηση...
Μια απάντηση στον Τάσο Δούση
Κύριε Δούση,
γράψατε για «ψυχή».
Για «θυσίες».
Για «πόνο».
Για «πίκρα».
Για μια Ελλάδα που, όπως λέτε, πρέπει να ξυπνήσει από τη «νιρβάνα του Freddo» και να προετοιμαστεί για τα δύσκολα.
Ωραία.
Ας αφήσουμε λοιπόν για λίγο τον Freddo κάτω.
Ας αφήσουμε τις Μυκόνους, τις παντόφλες, τα Instagram, τις πόζες και τα εύκολα ανέκδοτα για τη νέα γενιά.
Και ας μιλήσουμε σοβαρά.
Τι ακριβώς ζητάτε από αυτό το παιδί;
Να πάει στον πόλεμο;
Να μπει σε ένα στρατιωτικό όχημα και να μην ξέρει αν θα ξαναβγεί;
Να ακούσει το βλήμα να έρχεται;
Να ξυπνήσει σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και να ψάχνει με το χέρι του ένα πόδι που δεν υπάρχει πια;
Να γυρίσει στα 24 του χωρίς χέρι;
Χωρίς μάτι;
Με ένα σώμα μισό από αυτό που είχε όταν έφυγε;
Να βλέπει τη μάνα του να προσπαθεί να μη βάλει τα κλάματα μπροστά του;
Και τότε να του πούμε:
«Μπράβο παλικάρι μου. Έκανες το καθήκον σου στην πατρίδα.»
Εντάξει.
Αλλά έχω μια ερώτηση.
Ποια πατρίδα;
Αυτή στην οποία πριν φύγει για τον πόλεμο δεν μπορούσε να νοικιάσει ένα δυάρι;
Αυτή στην οποία δούλευε οκτώ και δέκα ώρες και στο τέλος του μήνα αναρωτιόταν αν θα πληρώσει το ρεύμα ή το ενοίκιο;
Αυτή στην οποία του έλεγαν να κάνει παιδιά, ενώ δεν μπορούσε να φύγει από το παιδικό του δωμάτιο;
Αυτή στην οποία ένα σπίτι έγινε για τη γενιά του όχι αυτονόητο βήμα ζωής αλλά όνειρο πολυτελείας;
Θα επιστρέψει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος ακρωτηριασμένος.
Θα κοιτάξει τη χώρα που «έσωσε».
Και τι θα δει;
Θα δει σπίτια να περνούν από χέρια ανθρώπων σε τράπεζες, funds και επενδυτικά σχήματα.
Θα δει γειτονιές όπου ο εργαζόμενος δεν μπορεί πλέον να πληρώσει για να κατοικήσει.
Θα δει την κατοικία να αντιμετωπίζεται όχι ως βασική ανάγκη, αλλά ως asset.
Ως απόδοση.
Ως yield.
Ως χαρτοφυλάκιο.
Και κάπου εκεί πρέπει να τον κοιτάξουμε στα μάτια και να του πούμε:
«Ξέρεις, το πόδι σου ήταν απαραίτητο για να κρατήσουμε αυτή τη γη ελληνική.
Απλώς εσύ δεν έχεις αρκετά λεφτά για να ενοικιάσεις ούτε πενήντα τετραγωνικά πάνω της.»
Αν αυτό δεν είναι τραγική ειρωνεία, τότε τι είναι;
Κύριε Δούση,
εύκολα γράφεται η λέξη «θυσία».
Πέντε γράμματα.
ΘΥΣΙΑ.
Πολύ ωραία ακούγεται όταν το αίμα είναι κάποιου άλλου.
Όταν το πόδι είναι κάποιου άλλου.
Όταν το παιδί είναι κάποιου άλλου.
Όταν η μάνα που θα πάρει το τηλέφωνο στις τρεις τα ξημερώματα είναι κάποια άλλη μάνα.
Ο πατριωτισμός γίνεται πολύ εύκολος όταν δεν πληρώνεις εσύ τον λογαριασμό του.
Και γι' αυτό, πριν αρχίσουμε τα μαθήματα περί «ψυχής» στη νέα γενιά, ας κάνουμε έναν πολύ απλό λογαριασμό.
Τι της δώσαμε;
Της δώσαμε φθηνή κατοικία;
Όχι.
Της δώσαμε μισθούς που να επιτρέπουν αξιοπρεπή ανεξαρτησία;
Για πολλούς, όχι.
Της δώσαμε τη βεβαιότητα ότι αν δουλέψει θα μπορέσει να δημιουργήσει οικογένεια;
Όχι.
Της δώσαμε εμπιστοσύνη ότι οι νόμοι ισχύουν το ίδιο για τον φτωχό και τον ισχυρό;
Ρωτήστε την ίδια.
Της δώσαμε την αίσθηση ότι το κράτος τη βλέπει ως πολίτη και όχι ως ΑΦΜ, καταναλωτή και εργατικό κόστος;
Κι αυτό ρωτήστε την.
Αλλά παρ' όλα αυτά, όταν δυσκολέψουν τα πράγματα, θυμόμαστε ξαφνικά ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι απλώς φορολογούμενος.
Είναι Έλληνας.
Και του λέμε:
«Τώρα η πατρίδα σε χρειάζεται.»
Μάλιστα.
Πού ήταν η πατρίδα όταν εκείνος τη χρειαζόταν;
Μιλήσατε για μια γενιά που πίνει Freddo.
Σαν να είναι το πλαστικό ποτήρι του καφέ το σύμβολο της παρακμής της Ελλάδας.
Το ίδιο πλαστικό ποτήρι που χρεώνεται ξεχωριστά για να σωθούν οι χελώνες και τα ψάρια όλου του κόσμου αλλά όχι το παιδί που το κρατάει.
Γιατί το παιδί μπορεί να κρατάει Freddo και ταυτόχρονα να δουλεύει δύο δουλειές.
Μπορεί να ανεβάζει φωτογραφία στο Instagram και να χρωστάει το ρεύμα.
Μπορεί να πάει τρεις μέρες διακοπές και να μαζεύει λεφτά γι' αυτές έξι μήνες.
Μπορεί να γελάει στο TikTok και το βράδυ να αναρωτιέται αν θα μπορέσει ποτέ να κάνει παιδί.
Δεν είναι νιρβάνα αυτό.
Άγχος είναι.
Είναι μια ολόκληρη γενιά που έχει μάθει να κάνει μικρές δόσεις κανονικής ζωής επειδή η μεγάλη κανονική ζωή (σπίτι, οικογένεια, ασφάλεια, προοπτική ) έγινε πολύ ακριβή.
Και μετά έρχεται ο προηγούμενος κόσμος και την κοιτάζει από πάνω:
«Δεν έχετε ψυχή».
Προσέξτε κάτι.
Μπορεί να μην τους λείπει η ψυχή.
Μπορεί απλώς να τους τελείωσε η υπομονή.
Και επειδή μιλάμε για πατριωτισμό, ας το πούμε μέχρι εκεί που πονάει.
Αν αύριο η Ελλάδα κινδυνεύσει πραγματικά, τότε ναι:
θα χρειαστούν άνθρωποι.
Θα χρειαστεί θάρρος.
Θα χρειαστούν στρατιώτες.
Θα χρειαστεί αίμα.
Αλλά τότε θέλω να δω μία Ελλάδα.
Όχι δύο.
Όχι την Ελλάδα εκείνων που στέλνονται και την Ελλάδα εκείνων που στέλνουν.
Όχι τον γιο του εργάτη με παραλλαγή και τον γιο του ισχυρού σε ένα «βολικό» πόστο.
Όχι τον φτωχό με το όπλο και τον προνομιούχο με το τηλέφωνο.
Όχι πάλι εκείνη την παλιά ελληνική αρρώστια:
για τους πολλούς καθήκον, για τους λίγους γνωριμίες.
Αν έρθει εκείνη η ώρα, λοιπόν, να είναι όλοι εκεί.
Παιδιά εργατών.
Παιδιά δημοσιογράφων.
Παιδιά βουλευτών.
Παιδιά υπουργών.
Παιδιά επιχειρηματιών.
Παιδιά τραπεζιτών.
Παιδιά ανθρώπων με ένα σπίτι.
Παιδιά ανθρώπων με εκατό σπίτια.
Μία ουρά.
Χωρίς πίσω πόρτες.
Χωρίς VIP πατριωτισμό.
Χωρίς τηλέφωνα.
Χωρίς «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».
Γιατί αν η χώρα είναι όλων όταν πρέπει να πεθάνουμε γι' αυτήν, πρέπει να είναι όλων και όταν πρέπει να ζήσουμε μέσα της.
Αλλιώς κάτι δεν κολλάει.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαθύ.
Μας λέτε ότι πρέπει να υπερασπιστούμε τη γη μας.
Συμφωνώ.
Αλλά ο νέος δικαιούται να ρωτήσει:
Πότε ακριβώς αυτή η γη θα γίνει και δική μου;
Όχι μεταφορικά.
Πραγματικά.
Ένα σπίτι.
Ένα μικρό οικόπεδο.
Ένα μέρος να μεγαλώσει το παιδί του.
Δεν μπορείς να του λες:
«Αυτός ο τόπος είναι τόσο ιερός ώστε πρέπει να πεθάνεις γι' αυτόν»
και ταυτόχρονα:
«Αλλά αν θέλεις να ζήσεις εδώ, συγγνώμη, η αγορά αποφάσισε ότι δεν σου φτάνει ο μισθός.»
Κάπου πρέπει να διαλέξουμε.
Η Ελλάδα είναι πατρίδα;
Ή είναι επενδυτικό προϊόν;
Η κατοικία είναι κοινωνικό αγαθό;
Ή μόνο αριθμός σε excel;
Τα μνημεία μας είναι ιερή κληρονομιά;
Ή ντεκόρ πολυτελείας κάθε φορά που υπάρχει αρκετό χρήμα και η προβλεπόμενη άδεια;
Δεν μπορεί το ίδιο κράτος να μιλά τη Δευτέρα τη γλώσσα του χρηματιστηρίου και την Τρίτη τη γλώσσα των Θερμοπυλών, ανάλογα με το τι χρειάζεται από τον πολίτη.
Δεν γίνεται.
Και ξέρετε ποια εικόνα με ενοχλεί περισσότερο;
Όχι ο Freddo.
Όχι η Μύκονος.
Όχι το κινητό.
Βλέπω έναν νέο άνθρωπο να επιστρέφει από έναν υποθετικό πόλεμο με πατερίτσες.
Κατεβαίνει από ένα λεωφορείο.
Έχει ένα παράσημο σε ένα κουτί.
Μια σημαία διπλωμένη.
Και ίσως ένα προσθετικό μέλος εκεί όπου κάποτε υπήρχε το πόδι του.
Μπαίνει στο σπίτι των γονιών του.
Στο ίδιο δωμάτιο όπου κοιμόταν πριν φύγει.
Γιατί δικό του σπίτι δεν είχε πριν.
Και πιθανότατα δεν θα έχει ούτε τώρα.
Ανοίγει την τηλεόραση.
Ακούει πάλι για ανάπτυξη.
Για επενδύσεις.
Για αποδόσεις ακινήτων.
Για τουριστικά records.
Για «ισχυρή οικονομία».
Και μετά κοιτάζει το κενό κάτω από το γόνατό του.
Πείτε μου εσείς τι πρέπει να νιώσει αυτός ο άνθρωπος.
Υπερηφάνεια;
Θυμό;
Ή την αίσθηση ότι κάποιος του ζήτησε το πιο ακριβό πράγμα που είχε ,το σώμα του, για μια κοινωνία που πριν δεν μπορούσε να του προσφέρει ούτε μια πόρτα να κλείσει πίσω του και να πει:
«Αυτό είναι το σπίτι μου.»
Δεν είμαι εναντίον της πατρίδας.
Ακριβώς το αντίθετο.
Γι' αυτό αρνούμαι να δεχτώ ότι πατριωτισμός σημαίνει να απαιτούμε συνεχώς περισσότερα από τον πολίτη και ολοένα λιγότερα από το κράτος.
Η πατρίδα δεν είναι μόνο σημαίες.
Δεν είναι μόνο αεροπλάνα.
Δεν είναι μόνο φρεγάτες.
Δεν είναι μόνο σύνορα.
Πατρίδα είναι και το σπίτι που μπορείς να νοικιάσεις.
Είναι το παιδί που τολμάς να κάνεις.
Είναι η δουλειά από την οποία μπορείς να ζήσεις.
Είναι ο ηλικιωμένος που δεν φοβάται ότι θα χάσει το σπίτι του.
Είναι ο νέος που πιστεύει ότι σε δέκα χρόνια η ζωή του θα είναι καλύτερη.
Είναι η αίσθηση ότι το κράτος θα σε θυμηθεί όχι μόνο όταν θέλει φόρο, ψήφο ή στρατιώτη.
Αυτό είναι κοινωνικό συμβόλαιο.
Και χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο, τα μεγάλα λόγια για θυσίες γίνονται κούφια.
Γι' αυτό, κύριε Δούση, πριν ξαναμιλήσουμε για τη «γενιά του Freddo», ας κοιταχτούμε λίγο στον καθρέφτη.
Ίσως δεν έχουμε μπροστά μας μια γενιά χωρίς πατριωτισμό.
Ίσως έχουμε μια γενιά που ρωτά το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο:
«Τι ακριβώς μου ζητάτε να υπερασπιστώ;»
Και αυτή η ερώτηση δεν πρέπει να μας εξοργίζει.
Πρέπει να μας τρομάζει.
Γιατί ένας λαός δεν πολεμά πραγματικά για υπουργεία.
Δεν πολεμά για ισολογισμούς.
Δεν πολεμά για funds.
Δεν πολεμά για δείκτες ΑΕΠ.
Πολεμά για το σπίτι του.
Για τη γυναίκα του.
Για το παιδί του.
Για τη μάνα του.
Για τη γειτονιά του.
Για έναν τρόπο ζωής που πιστεύει ότι αξίζει να συνεχίσει να υπάρχει.
Και αν θέλεις έναν άνθρωπο έτοιμο να δώσει τη ζωή του για όλα αυτά, πρέπει πρώτα να του επιτρέψεις να τα αποκτήσει.
Διαφορετικά το μήνυμα γίνεται κτηνώδες:
«Σπίτι δεν μπορέσαμε να σου δώσουμε.
Ασφάλεια δεν μπορέσαμε να σου δώσουμε.
Προοπτική δεν μπορέσαμε να σου δώσουμε.
Οικογένεια δυσκολευτήκαμε να σου επιτρέψουμε να κάνεις.
Αλλά όταν έρθει η ώρα, θέλουμε το πόδι σου.
Το χέρι σου.
Το αίμα σου.
Ίσως και τη ζωή σου.»
Και μετά, αν γυρίσεις ζωντανός, πάρε το παράσημό σου και γύρνα στο παιδικό δωμάτιο.
Αυτό δεν είναι πατριωτισμός.
Είναι η στιγμή που μια κοινωνία ζητά από τα παιδιά της να πληρώσουν με αίμα έναν λογαριασμό που άλλοι δημιούργησαν.
Θέλετε ψυχή;
Δώστε δικαιοσύνη.
Θέλετε πατριωτισμό;
Δώστε αξιοπρέπεια.
Θέλετε ανθρώπους έτοιμους να υπερασπιστούν το σπίτι τους;
Φροντίστε πρώτα να έχουν σπίτι.
Και μετά μιλάμε για τον Freddo.

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση