Ανδρέας Αβαρίδης Αν κάνει κανείς μια σύγκριση των προηγούμενων 50-60 ετών με το...
Αν κάνει κανείς μια σύγκριση των προηγούμενων 50-60 ετών με το... σήμερα, θα παρατηρήσει μια αξιοσημείωτη διαφορά. Είναι ίσως η πρώτη φορά όπου μεγάλα ιστορικά γεγονότα συνυπάρχουν μαζί με μια περίοδο άμπωτης για την αριστερά, ίσως βραχυπρόθεσμα προσωρινής, ίσως και όχι. Το ζητούμενο είναι πώς η αριστερά επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτή την άμπωτη και ποιες λύσεις αναζητά και πού τις αναζητά.
Όταν ξεκίνησε η περίοδος των μνημονίων οι πρώτες κινήσεις των κυβερνήσεων ήταν περικοπές μισθών, συντάξεων, συρρίκνωση του δημοσίου τομέα, με ό,τι συνέπεια αυτό είχε (μειωμένες προσλήψεις σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς κλπ). Αυτές οι κινήσεις προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις με αποκορύφωμα πρώτα το ‘12 και ύστερα το ‘15, δίχως όμως να υπάρχει έλλειψη σε κινητοποιήσεις και απεργίες κατά τις ενδιάμεσες περιόδους. Όλοι τότε είχαμε διαβάσει ανακοινώσεις για λαϊκές εξεγέρσεις, για το μαχητικό πνεύμα του ελληνικού λαού, του προλεταριάτου κλπ. Βέβαια, μια δεκαετία αργότερα αυτός ο λαός και αυτό το προλεταριάτο είναι εξαφανισμένα. Ασχέτως που το κόστος ζωής είναι στα ύψη. Ασχέτως που μπορεί να μπει σε ένα τρένο και να βγει τεμαχισμένος. Ασχέτως που μπορεί να μπει σε νοσοκομείο για εγχείρηση και να πεθάνει στην αναμονή ή από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Ασχέτως που στα νησιά τα κέντρα υγείας είναι υποστελεχωμένα και γιατροί, εκπαιδευτικοί δεν βρίσκουν σπίτι επειδή οι φραγκοφονιάδες airbnbήδες έχουν κηρύξει πόλεμο στην μακροχρόνια στέγαση. Και ου τω καθεξής, καθώς τα ζητήματα του σήμερα είναι άπειρα και δεν γίνεται να τα πιάσουμε όλα. Η ουσία όμως είναι ότι εφόσον η κατάσταση στο τώρα είναι χειρότερη από αυτή του ‘10 και του ‘11, πού διάολο είναι αυτός ο έρμος ο λαός;;
Πού είναι ντε;
Σε πλήρη αντίθεση με τις πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδείχθηκε αρκετά πιο στρατηγική στην σκέψη και πολιτική της. Αντί να προβεί σε νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις με το καλημέρα – όπως όλοι περίμεναν, αντιθέτως ξεκίνησε με την “πάταξη της ανομίας”, δηλαδή το τσάκισμα του κινήματος. Πρώτα με την εκκένωση των καταλήψεων, έπειτα με την ενίσχυση της αστυνομικής παρουσίας σε διαδηλώσεις, ακόμα και με την κατασκευή μετρό στην πλατεία Εξαρχείων, ένα χαρακτηριστικό μέρος του “κινηματικού κέντρου”. Το lockdown που ακολούθησε ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν η ΝΔ για περαιτέρω κλιμάκωση της επίθεσης που είχε ξεκινήσει, την καλύτερη δυνατή στιγμή και ενώ ο αντίπαλος ήταν ήδη σε υποχώρηση και συγχυσμένος: πόλεις και χωριά γέμισαν αστυνομία που έκανε “τακτικούς τυπικούς ελέγχους” και αντί να αντιμετωπιστεί κατά μέτωπο η επίθεση αυτή, μια πλειοψηφία υιοθέτησε εν πολλοίς το αφήγημα της επιτροπής των σοφών και έτσι στην ουσία έδεσε τα χέρια της.
Όπως και να ‘χει όμως το ζήτημα είναι ότι ο Μητσοτάκης κατάφερε να κάνει αυτό που δεν έκαναν οι προηγούμενοι: αποκεφαλίζοντας τις πολιτικές εκπροσωπήσεις, παρέλυσε ένα κίνημα. Έπειτα, εφόσον αυτό το κίνημα είχε αποδυναμωθεί, με κόσμο να στρέφεται στον ατομικισμό, στον καριερισμό και να πηγαίνει σπίτι του ή στην Ολλανδία για “καλύτερη ζωή”, όποιο μέτρο κι αν περνούσε οι αντιδράσεις ήταν υπό το μίνιμουμ. Σα να μην υπήρχαν δηλαδή. Με εξαίρεση κάποιες αξιόλογες νίκες (λόγου χάριν οι κινητοποιήσεις για την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα, ταυτόχρονα με τις κινητοποιήσεις κατά του ν.4777), η περίοδος 2019-2024 χαρακτηρίστηκε από όλη αυτή την προαναφερθείσα υποχώρηση.
Φυσικά, για μια μεγάλη μερίδα της αριστεράς πέρα βρέχει. Κάποιοι νομίζουν ότι ο λαός ξαφνικά αποβλακώθηκε και μπαίνουν από την αρχή στην διαδικασία να τον επαναμορφώσουν, ώστε να καταλάβει ποια είναι τα πραγματικά συμφέροντά του και να κατέβει στην διαδήλωση, στην απεργία κλπ. Βέβαια, ούτε το ‘15 δείχνει να έπιασε αυτό αφού εκλογικά ενισχύθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ (από την αριστερά) και όχι το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή το ΚΚΕ-μλ. Αλλά έστω ότι τουλάχιστον κατέβαινε στον δρόμο, οπότε μέσω της κλιμάκωσης της ταξικής πάλης κάποια στιγμή θα εγκατέλειπε τις ρεφορμιστικές αυταπάτες και θα ερχόταν στην αγκαλιά του πραγματικού εκφραστή του προλεταριακού στρατοπέδου. Όπως είδαμε, αυτό δεν πήγε και πολύ καλά.
Μετά λοιπόν ξεκινά η “πολιτική ψυχοθεραπεία” για το ερώτημα γιατί αυτός ο Άγιος Λαός προτιμά τον ατομικισμό, την μοιρολατρεία και τον καιροσκοπισμό με βραχυπρόθεσμο όφελος, από το να ενώσει τις γροθιές του με το λοιπό “προλεταριακό στρατόπεδο”, να ξυπνήσει μονομιάς και να ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς. Μήπως το κίνημα έχει χάσει επαφή με τον λαό και έχει γίνει εσωστρεφές και αυτοαναφορικό; Πράγματι ο κίνδυνος του ακαδημαϊσμού υπήρχε και υπάρχει, πόσο μάλλον η υιοθέτηση ξύλινης επιστημονικής γλώσσας, παρουσιαζόμενης ως υπεράνω “ιδεολογικών δογματισμών”, ενώ στην πραγματικότητα είναι άκρως φιλελεύθερη με μια ροζ απόχρωση. Αλλά δεν μπορεί να είναι αυτός ο λόγος των κινηματικών υποχωρήσεων. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: οι κινηματικές υποχωρήσεις είναι ο λόγος που τέτοια ρεύματα εισχώρησαν εντός. Όπως σίγουρα δεν έχει να κάνει με το ότι “η αριστερά δεν ακούει τον λαό και γι’ αυτό της γύρισε την πλάτη”. Δηλαδή πριν τον άκουγε; Οι εσωτερικές διαδικασίες ήταν ανοιχτές συνελεύσεις στο Γκίνη όπου καθείς ερχόταν και πετούσε το μακρύ του και το κοντό του; Ποιος είναι εν τέλει αυτός ο λαός και πώς ορίζεται; Το ΚΚΕ π.χ. μας λέει ότι ο λαός νιώθει ξένος προς τους αριστερισμούς και τις συγκρούσεις, οπότε και χρειάζεται διαφορετικού τύπου προσέγγιση, πιο συνδικαλιστική. Αντίστοιχα και το εξωκοινοβούλιο κινείται σε μια παρόμοια κατεύθυνση, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία. Το ‘12 βέβαια, μια χαρά κατέβαινε σε μπλοκ με σφυροδρέπανα ή αλφάδια, συνομιλούσε με το κίνημα ή και συγκρούονταν με τις δυνάμεις καταστολής. Οπότε ή ήπιε το νερό της λήθης ή κάτι άλλο συμβαίνει.
Βάζοντας το μυαλό να δουλέψει λίγο παραπάνω, η απάντηση δεν αργεί να έρθει. Ο λαός αυτός δεν είναι τίποτα παρά μια αφαίρεση, κατασκευασμένη από τις εκάστοτε ηγεσίες των πολιτικών οργανώσεων και προσαρμοσμένες στα μέτρα τους. Ο “λαός” στον οποίο αναφέρονται και απευθύνονται δεν είναι παρά οι δεξιοί των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων. Έχοντας καταπιεί αμάσητο το μενσεβίκικο παραμύθι του “μαζικού λαϊκού κόμματος”, επιχειρούν να υποβαθμίσουν τον πολιτικό λόγο τους, σε μια απόπειρα να μαζέψουν την πιο καθυστερημένη κοινωνική μερίδα, μια μερίδα που δεν έχει κανένα θέμα να κανιβαλίσει τον συνάνθρωπό της προς εαυτόν όφελος όταν το επιτρέψουν οι συγκυρίες. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Με τον συσχετισμό να έχει αλλάξει υπέρ της δεξιάς, όλα αυτά τα καθάρματα έχουν αποθρασυνθεί και έχουν πλημμυρίσει την καθημερινότητα – και φυσικά το διαδίκτυο, μέσω της ασφάλειας που προσφέρει ο καναπές και τα ΜΑΤ – με τον βόθρο τους. Από τους Ροδίτες ξενοδόχους που το καλοκαίρι του 2025 έβριζαν τους συλληφθέντες αγωνιστές κατά την κινητοποίηση για το Crown Iris, μέχρι τον κάθε μικροαστ(εί)ο κυρ-Παντελή που έχει βρει ευκαιρία να στάξει δηλητήριο κατά των αγωνιστών, μεταναστών κλπ. Ενώ πριν μια δεκαετία θα τις είχε αρπάξει και θα κρυβόταν στην τρύπα του σαν αρουραίος μετά από χαλάζι. Όμως η αριστερά εκεί, τον χαβά της. Για κάθε αριστερό “εμείς οι φοιτητές”, πετάγεται από κάτω ένα τέτοιο παράσιτο γράφοντας “κουμούνια δεν πείθετε κανέναν”. Και είναι λογικό. Όλος ο κόσμος ξέρει ποιοι σηκώνουν κινητοποιήσεις, ακόμα και για το παραμικρό, ίσως αμεληταίο ζήτημα. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι μια συλλογική συγκρότηση, ακόμα και για συνδικαλιστικούς λόγους, εμπεριέχει υποβόσκουσα ιδεολογία και πολιτική. Οπότε κανείς δεν μπορεί να κοροϊδέψει κανέναν. Στην τελική, αν ντρέπεται τόσο πολύ για την πολιτική ταυτότητά του μπορεί κάλλιστα να την εγκαταλείψει και να ξεκινήσει να αυτοπροσδιορίζεται ως “ενεργός Έλληνας πολίτης”. Εφόσον έχει ήδη αρχίσει να μαζεύει ένσημα αστικής νομιμοφροσύνης, τότε γιατί να μην το πάει μέχρι τέλους;
Όμως, για πάμε παρακάτω. Εφόσον ασχοληθήκαμε με τον κόσμο της δεξιάς, ας πιάσουμε και τον κόσμο της αριστεράς. Αυτό τον κόσμο που ασχέτως αν είναι οργανωμένος ή όχι, όταν ήρθε η στιγμή κινητοποιήθηκε, κάνοντας αυτές τις διαδηλώσεις μεγάλες και μαζικές. Με αυτό τον κόσμο τι συμβαίνει ακριβώς; Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι μετά τις ήττες και τις υποχωρήσεις πήγε σπίτι του. Δίχως να βλέπει κάποια προοπτική, δίχως να πείθεται από την παρούσα αντιπολίτευση, έχει οδηγηθεί στην εσωστρέφεια. Έως έναν βαθμό είναι κατανοητό και δικαιολογήσιμο. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ το ‘15 έκανε βήμα πίσω, τότε αποδείχθηκε πόσο πολιτικά γυμνές ήταν οι οργανώσεις, όπου στην πραγματικότητα πουλούσανε μαγκιά και επαναστατολογία με ξένες πλάτες και ήθελαν να βγάλει ο ΣΥΡΙΖΑ το φίδι από την τρύπα. Πλήρης αναξιοπιστία δηλαδή. Από την άλλη όμως, καμιά γκρίνια και καμιά απομόνωση δεν έφερε ποτέ λύση. Ακόμα και με την κατάσταση ως αυτή ήταν μέχρι το ‘24, δεν υπήρχε καλύτερη λύση από την συλλογικοποίηση, την επικοινωνία και την κοινή δράση με ιδεολογικά παρόμοιους ανθρώπους. Για έναν άνθρωπο με κοινωνικούς προβληματισμούς και όραμα για μια πιο δίκαιη κοινωνία, η απομόνωση μπορεί να φέρει προβλήματα (όπως κατάθλιψη), ή – ακόμα χειρότερα – σταδιακή αποπολιτικοποίηση, προσαρμογή στον μέσο όρο και ζύμωση από το αφήγημα της δεξιάς ή και ακόμα της Εκκλησίας. Εμείς καλούμε κάθε τέτοιο άνθρωπο να οργανωθεί και να συμμετέχει σε συλλογικές διαδικασίες, τόσο για το καλό του ιδίου, όσο και του κινήματος.
Ο καιρός αλλάζει, το δυτικό στρατόπεδο τρώει ήττες στο διεθνές πεδίο και έρχεται κρίση στο εσωτερικό, με την ακροδεξιά να παρουσιάζει τον εαυτό της ως πολιτικό plan B. Δίχως οργάνωση δεν έρχεται ούτε η αλλαγή, ούτε η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης προς κάτι καλύτερο.
Το δίκιο το έχουν οι…;
Εφόσον αυτός ο λαός δεν είναι παρά ένα φανταστικό υποκείμενο στα κεφάλια της αριστεράς και της αναρχίας, αυτό που μένει να δούμε είναι ποιο είναι το πραγματικό υποκείμενο. Μήπως είναι οι εργάτες; Οι μετανάστες ίσως; Ή οι ΛΟΑΤΚΙ; Οι αφηρημένοι εργάτες μπορεί πράγματι να έχουν δίκιο. Οι συγκεκριμένοι εργάτες όμως – οι εκάστοτε συγκεκριμένοι – μπορεί να ζητούν απελάσεις μεταναστών για να ανέβουν τα μεροκάματα. Δεν είναι δα κάθε αίτημα οικονομικής φύσεως δίκαιο, ή συμβατό με την κομμουνιστική πολιτική. Όπως και οι συγκεκριμένοι ΛΟΑΤΚΙ μπορούν να ψηφίζουν AFD επειδή φοβούνται ότι θα έρθουν οι Σύριοι και θα τους πετάνε από τις ταράτσες. Ή οι μετανάστες να οργανώνονται σε καρτέλ ναρκωτικών και να βυθίζονται στον κανιβαλισμό και στην λουμπενοποίηση. Προφανώς οι τελευταίοι είναι σε πολύ πιο δύσκολη θέση από τους πρώτους 2 και με πολύ λιγότερες επιλογές καλής διαβίωσης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επιλογή γίνεται αποδεκτή, πόσο μάλλον ότι αποτελούν υποκείμενα αγώνα. Σάμπως δεν υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις εντός των κοινοτήτων των μεταναστών; Για ποιο λόγο η υποκειμενοποίησή τους να κεντροβαρίζει στην εθνικότητα ή στην θρησκεία;
Ένα παλιό σύνθημα έλεγε “το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι, όχι οι ρουφιάνοι και οι προσκυνημένοι”. Αυτό το σύνθημα, βάσει μιας ερμηνείας, φέρει και μια αλήθεια. Ότι μια μεγάλη πολιτική μάχη δεν μπορεί να στηθεί από κανέναν παρά από αυτούς που συνειδητά την σηκώνουν στις πλάτες τους, έχοντες συγκεκριμένο τελικό στόχο. Έτσι στην Παλαιστίνη το υποκείμενο είναι η Χαμάς, στην ευρύτερη μέση Ανατολή ο Άξονας της Αντίστασης, στο Σαχέλ ο Τραορέ και οι σύμμαχοί του κλπ. Στα δικά μας αντίστοιχα, υποκείμενο είναι αυτές οι οργανωμένες ομαδοποιήσεις που πρωταγωνιστούν σε κάθε αγώνα και επαναστατικό υποκείμενο όταν υπερβαίνουν την παρούσα κατάστασή τους, δημιουργώντας πολιτικό πόλο έλξης, συσπείρωσης και ευκαιρία για αλλαγή. Τότε και μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για πρωτοπορία και όχι να τάζουμε λα(γ)ούς με πετραχήλια.

Ρε βλαμμενε μονος το εγραψες ολα αυτο το κατεβατο; ή πηρες και την βοηθεια του κοινου;
ΑπάντησηΔιαγραφήΑει στο διαλο καραγκιοζη που σου φταιει ο μικροαστ(ει)ος Κυρ-Παντελης.