Manos Lambrakis Πόσους νεκρούς πρέπει ακόμη να βγάλουν τα διαμερίσματα της Αθήνας για να παραδεχθεί επιτέλους το κράτος ότι σε τμήματα της π...
Το νεκρό έμβρυο στην Κυψέλη προκαλεί φρίκη, πολιτικά όμως ακόμη πιο ανησυχητική είναι η ευκολία με την οποία η φρίκη εγγράφεται πλέον σε μια πόλη εκπαιδευμένη να απορροφά το ακραίο ως επεισόδιο.
Κυψέλη, Άγιος Παντελεήμονας, Πατήσια, Ομόνοια, τμήματα των Εξαρχείων και του ιστορικού κέντρου συγκροτούν, με διαφορετικές ασφαλώς εντάσεις και πραγματικότητες, μια γεωγραφία πάνω στην οποία δοκιμάζεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από την αποτελεσματικότητα της αστυνόμευσης: δοκιμάζεται η ίδια η ικανότητα της δημοκρατικής Πολιτείας να παράγει κοινό χώρο υπό κοινό νόμο.
Δίπλα στην κανονική οικονομία εγκαθίστανται παράνομες οικονομίες, δίπλα στην κατοικία χρήσεις που ουδείς επαρκώς εποπτεύει, δίπλα στον μόνιμο κάτοικο ένας διαρκώς εναλλασσόμενος και συχνά αδιαφανής πληθυσμός χρηστών ακινήτων, ενώ ανάμεσα στον ιδιοκτήτη, στον διαχειριστή, στον μεσάζοντα και στον πραγματικό ένοικο η ευθύνη κατακερματίζεται μέχρι σχεδόν να εξαφανιστεί.
Και κάπως έτσι φτάσαμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι ένα διαμέρισμα αποτελεί περίπου εξωεδαφική επικράτεια του ιδιοκτήτη του, σαν η ιδιοκτησία να συνεπάγεται όχι δικαίωμα αλλά μικρή κυριαρχία.
Δεν συνεπάγεται.
Η πολυκατοικία είναι η πιο συμπυκνωμένη πολιτική μικρογραφία της πόλης: άνθρωποι που δεν επέλεξαν ο ένας τον άλλον υποχρεούνται να συνυπάρξουν υπό κανόνες που περιορίζουν όλους ακριβώς για να μπορούν όλοι να είναι ελεύθεροι.
Όταν αυτή η ισορροπία καταρρεύσει, όταν το «δικό μου» αποσυνδεθεί από κάθε ευθύνη απέναντι στο «κοινό», η ελευθερία του ισχυρότερου γίνεται πολύ γρήγορα ο φόβος του διπλανού.
H ανομία είναι ταξικά άνιση, όπως ταξικά άνιση είναι και η δυνατότητα διαφυγής από αυτήν. Ο εύπορος δεν χρειάζεται να περιμένει το κράτος, αφού αγοράζει υποκατάστατά του. Αγοράζει ασφαλέστερη περιοχή, ελεγχόμενη είσοδο, ιδιωτική μετακίνηση, απόσταση.
Ο φτωχότερος αγοράζει τίποτε από αυτά.
Παραμένει εκεί και πληρώνει, μέσα στην ίδια του την καθημερινότητα, το κόστος μιας κρατικής υποχώρησης την οποία δεν αποφάσισε.
Αυτός είναι ο λόγος που η ασφάλεια αποτελεί κατεξοχήν κοινωνικό δικαίωμα και όχι συντηρητική εμμονή: επειδή χωρίς αυτήν η τυπική ισότητα των πολιτών μετατρέπεται σε γελοιογραφία.
Και όμως, πάνω σε αυτή την υλική ανισότητα οικοδομήθηκε μια δεύτερη, σχεδόν πιο προσβλητική βία, η βία της ερμηνείας.
Ο κάτοικος που φοβάται καλείται συχνά να αποδείξει πρώτα ότι ο φόβος του διαθέτει τα σωστά πολιτικά κίνητρα.
Να εξηγήσει ότι δεν είναι αντιδραστικός, ότι δεν μισεί, ότι δεν γενικεύει, ότι γνωρίζει το κατάλληλο λεξιλόγιο, προτού αποκτήσει το δικαίωμα να πει το απλούστερο: «Δεν αισθάνομαι ασφαλής στο σπίτι μου».
Έχουμε έτσι κατασκευάσει μια παράδοξη ηθική οικονομία στην οποία η ευαισθησία απέναντι στα αίτια της παραβατικότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναισθησία απέναντι σε εκείνον που την υφίσταται.
Καμία κοινωνική εξήγηση του εγκλήματος όμως δεν συνεπάγεται κοινωνική υποχρέωση ανοχής του.
Καμία φτώχεια, περιθωριοποίηση, μεταναστευτική διαδρομή ή κοινωνική παθολογία δεν αφαιρεί από τον κάτοικο της Κυψέλης το ίδιο δικαίωμα στην ασφάλεια που θεωρούμε αυτονόητο σε μια ακριβότερη συνοικία.
Δημοκρατία που κατανέμει άνισα την ασφάλεια κατανέμει άνισα, στην πραγματικότητα, και την ιδιότητα του πολίτη.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η βάρβαρη φαντασίωση μιας πόλης που «καθαρίζει» από ανθρώπους ούτε η εξίσου βολική προοδευτική φαντασίωση μιας πόλης που θεραπεύεται εάν απλώς πάψουμε να ονομάζουμε όσα συμβαίνουν μέσα της.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται λιγότερους ανθρώπους.
Χρειάζεται λιγότερες επικράτειες ατιμωρησίας.
Χρειάζεται έλεγχο εκεί όπου η ευθύνη έχει χαθεί μέσα σε αλυσίδες ιδιοκτητών, εταιρειών, διαχειριστών και μεσαζόντων, εποπτεία των πραγματικών χρήσεων των ακινήτων, δίωξη των κυκλωμάτων ναρκωτικών και εκμετάλλευσης ανθρώπων, προστασία εκείνου που καταγγέλλει, σταθερή δημόσια παρουσία αντί για θεαματικές επιχειρήσεις την επομένη μιας τραγωδίας.
Και κυρίως χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την πολιτικά βολική ιδέα ότι το κράτος εκπληρώνει την αποστολή του όταν φτάνει εγκαίρως για να περισυλλέξει τα αποτελέσματα της απουσίας του.
Το κρίσιμο μέτρο μιας Πολιτείας δεν είναι πόσες κλούβες μπορεί να παρατάξει μετά το έγκλημα αλλά πόση νομιμότητα μπορεί να παράγει πριν από αυτό.
Η κρατική κυριαρχία δεν χάνεται μόνο όταν κάποιος αμφισβητήσει τα σύνορα μιας χώρας· χάνεται πολύ πιο αθόρυβα όταν ο πολίτης κλειδώνει την πόρτα του και γνωρίζει ότι, από την άλλη πλευρά της, ο νόμος έχει μικρότερη πραγματική ισχύ από τον φόβο.
Και μια πρωτεύουσα στην οποία ο ταχυδρομικός κώδικας αρχίζει να προσδιορίζει πόσο κράτος δικαιούσαι δεν έχει απλώς γειτονιές σε κρίση. Έχει δημοκρατία διαφορετικών ταχυτήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση