Manos Lambrakis Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ ΑΘΩΑ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Το 1848 οι ευρωπαϊκές μοναρχίες πληροφορούνταν την πτώση των γειτονικών τους κα...
.jpg)
Manos Lambrakis
Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ ΑΘΩΑ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Το 1848 οι ευρωπαϊκές μοναρχίες πληροφορούνταν την πτώση των γειτονικών τους καθεστώτων με την καθυστέρηση που επέβαλλαν οι ταχυδρομικές διαδρομές. Σήμερα, μια εξέγερση μεταδίδεται πριν ακόμη αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής της σημασίας. Το παράδοξο είναι ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, διαθέτοντας την ταχύτερη πληροφόρηση που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, εξακολουθούν να κατανοούν τελευταίες τις κοινωνίες που κυβερνούν. Και αυτή η καθυστέρηση, πολιτική περισσότερο παρά χρονική, μπορεί να αποδειχθεί πολύ σοβαρότερη από τις διαδηλώσεις που επιχειρούν να διαχειριστούν.
Στο Παρίσι, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, τα Κίτρινα Γιλέκα συναντούν τους μαθητές, τους φοιτητές και τα συνδικάτα. Δεν πρόκειται απλώς για την επιστροφή ενός κινήματος που σημάδεψε τη Γαλλία το 2018. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στη διαρκή επίκληση της οικονομικής αναγκαιότητας συναντά εκείνους που είχαν ήδη αμφισβητήσει το κοινωνικό κόστος της. Οι παλαιότεροι διαμαρτύρονται για την υποβάθμιση των όρων της εργασίας τους. Οι νεότεροι αμφισβητούν αν θα τους επιτραπεί καν να αποκτήσουν τους όρους μιας αξιοπρεπούς ζωής. Η σύγκλιση δεν καταργεί τις διαφορές τους. Καθιστά όμως ορατή μια βαθύτερη ιστορική αντίφαση, την αδυναμία της γαλλικής δημοκρατίας να ανανεώσει την κοινωνική υπόσχεση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική της νομιμοποίηση.
Στα Τίρανα, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γεωγραφία της ευρωπαϊκής ευμάρειας, η εξέγερση αποκτά διαφορετική φυσιογνωμία. Μαθητές και φοιτητές συγκρούονται με την αστυνομία, κυβερνητικά κτίρια παραδίδονται στις φλόγες, οι συλλήψεις πολλαπλασιάζονται. Ο Έντι Ράμα αρνείται να παραιτηθεί. Πίσω από τις καταγγελίες διαφθοράς και την εκπαιδευτική υποβάθμιση αναδύεται ένα ζήτημα σχεδόν αποικιακής οικονομικής λογικής, η μετατροπή του φυσικού τοπίου σε επενδυτικό προϊόν, την ώρα που οι νέοι του τόπου αναζητούν εργασία και μέλλον έξω από τα σύνορά του. Η αμφισβητούμενη τουριστική επένδυση που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ αποκτά έτσι σημασία μεγαλύτερη από το συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο. Η αλβανική κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά το ερώτημα σε ποιον ανήκει τελικά η οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.
Η Ευρώπη διαθέτει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να μετατρέπει τις ιστορικές της αντιφάσεις σε τεχνικά προβλήματα. Την αδυναμία κατοικίας σε στεγαστική πολιτική, την υποβάθμιση της εργασίας σε δημοσιονομική προσαρμογή, τη νεανική απογοήτευση σε πρόβλημα επαγγελματικού προσανατολισμού. Κάθε κοινωνική απαίτηση κατακερματίζεται σε επιμέρους διαχειριστικές αρμοδιότητες, μέχρις ότου εξαφανιστεί η πολιτική της καταγωγή. Αλλά οι κοινωνίες δεν κατοικούν σε πίνακες οικονομικών δεικτών. Ούτε η ευημερία ενός κράτους μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά από την πιστοληπτική του αξιοπιστία, όταν η δυνατότητα συγκρότησης μιας ανεξάρτητης ζωής απομακρύνεται από εκείνους που καλούνται να εξασφαλίσουν την παραγωγική του συνέχεια.
Από τις στεγαστικές κινητοποιήσεις στην Ιβηρική μέχρι τις διαμαρτυρίες για την εκπαίδευση και το κόστος ζωής στη δυτική Ευρώπη, οι κοινωνικές εντάσεις δεν υπακούουν σε ένα ενιαίο πολιτικό σχέδιο. Ούτε κάθε διαδήλωση συνιστά επαναστατικό γεγονός. Εκείνο που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι η ενδεχόμενη μεταβολή του περιεχομένου της διεκδίκησης. Η μεταπολεμική γενιά απαιτούσε συχνά μεγαλύτερο μερίδιο από μια ευημερία που προσδοκούσε να διευρύνεται. Σήμερα, σημαντικά τμήματα της νεότερης γενιάς αγωνίζονται για τη διατήρηση δυνατοτήτων που οι γονείς τους θεωρούσαν στοιχειώδεις. Η ιστορική πρόοδος, από υπόσχεση διαδοχικής βελτίωσης, μετατρέπεται σε αγωνία αποφυγής της κοινωνικής υποχώρησης.
Το 1848 δεν γεννήθηκε από μία και μοναδική αιτία. Οι ευρωπαϊκές εξεγέρσεις συνδύασαν κοινωνική δυσπραγία, εθνικές διεκδικήσεις, φιλελεύθερες προσδοκίες και διαφορετικές αντιλήψεις για τη λαϊκή κυριαρχία. Το 1968 η εξέγερση αμφισβήτησε μορφές εξουσίας που εκτείνονταν από το πανεπιστήμιο μέχρι την οικογένεια και την παραγωγή. Το 1989 αποκάλυψε την ταχύτητα με την οποία μπορούσε να αποσυντεθεί μια πολιτική τάξη που παρουσιαζόταν ως ιστορικά αμετάκλητη. Οι αναλογίες με το παρόν έχουν αυστηρά όρια. Αλλά και οι τρεις στιγμές υπενθυμίζουν ότι οι θεσμοί δεν εξασφαλίζουν τη διάρκειά τους απλώς επειδή διαθέτουν τη δύναμη να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους. Η πολιτική νομιμοποίηση απαιτεί μια διαρκώς ανανεούμενη σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα.
Αυτό που διακυβεύεται σήμερα δεν είναι αποκλειστικά η τύχη ορισμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Είναι η ιστορική αντοχή της συμφωνίας που συνέδεσε τη δημοκρατική σταθερότητα με την κοινωνική προστασία. Η Ευρώπη κατόρθωσε, μετά τον όλεθρο του πολέμου, να καταστήσει την ειρήνη θεμέλιο της πολιτικής της συγκρότησης και την κοινωνική ασφάλεια ουσιώδες γνώρισμα της δημοκρατικής της ταυτότητας. Η συμφωνία αυτή υπήρξε άνιση, ατελής, γεμάτη αποκλεισμούς. Δεν παύει να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές κατακτήσεις της νεότερης ιστορίας της. Η σταδιακή αποδυνάμωσή της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτο λογιστικό αποτέλεσμα.
Η ευρωπαϊκή νεολαία δεν συγκροτεί ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Τμήματά της στρέφονται προς τη ριζοσπαστική Αριστερά, άλλα προς την εθνικιστική Δεξιά, άλλα αποσύρονται από την πολιτική συμμετοχή. Η κοινωνική οργή δεν διαθέτει εκ γενετής δημοκρατικό περιεχόμενο. Μπορεί να τροφοδοτήσει χειραφετητικές διεκδικήσεις, όπως μπορεί να γίνει διαθέσιμη σε αυταρχικές επιδιώξεις. Αυτό ακριβώς καθιστά τη σημερινή συγκυρία επικίνδυνη. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης δεν παράγει υποχρεωτικά δικαιότερους θεσμούς. Αφήνει, όμως, τις κοινωνίες περισσότερο εκτεθειμένες σε εκείνους που υπόσχονται να αντικαταστήσουν την πολιτική πολυπλοκότητα με την απεριόριστη εξουσία.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες θα μπορούσαν να αναζητήσουν εδώ το πραγματικό περιεχόμενο της κρίσης τους. Αντί γι’ αυτό, ο δημόσιος λόγος καταφεύγει συχνά στην εξαντλημένη αντιπαράθεση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, των δημόσιων υποδομών και των δημοκρατικών ελευθεριών δεν επιδέχεται εκπτώσεις. Η αστυνομική αυθαιρεσία δεν γίνεται αποδεκτή επειδή προηγηθήκαν βίαιες ενέργειες διαδηλωτών, όπως και η καταστροφή ξένης περιουσίας δεν αποκτά ηθική νομιμοποίηση από τη δικαιολογημένη κοινωνική αγανάκτηση. Η ουσιαστική πολιτική αποτυχία αρχίζει όταν η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε αυτές τις εικόνες και εγκαταλείπει τα κοινωνικά αίτια που προηγήθηκαν.
Το φθινόπωρο του 2026 δεν προσφέρει ακόμη επαρκή στοιχεία για να μιλήσουμε με ιστορική βεβαιότητα περί πανευρωπαϊκής επανάστασης. Προσφέρει, ωστόσο, αρκετές αφορμές για να αναρωτηθούμε αν η εποχή της παθητικής κοινωνικής προσαρμογής συναντά τα όριά της. Μια ήπειρος μπορεί να διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, τεράστιο συσσωρευμένο πλούτο, ανεπτυγμένες υποδομές και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να προσφέρει στους νεότερους πολίτες της μια πειστική αφήγηση για το μέλλον. Η αντίφαση αυτή δεν λύνεται με επικοινωνιακή επιδεξιότητα. Ούτε με την ανακύκλωση της διαβεβαίωσης ότι οι δυσκολίες είναι προσωρινές, όταν για ολόκληρες ηλικιακές ομάδες το προσωρινό έχει ήδη αποκτήσει διάρκεια ζωής.
Απομένουν λιγότερες από δέκα εβδομάδες μέχρι τα Χριστούγεννα. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα αρχίσουν σύντομα να φωταγωγούνται, τα εμπορικά κέντρα θα αναγγείλουν την εορταστική ευφορία, οι κυβερνήσεις θα απευθύνουν τις καθιερωμένες ευχές για ειρήνη, ευημερία και κοινωνική συνοχή. Η αντίθεση ανάμεσα σε αυτή την εορταστική εικονογραφία και στην εμπειρία των κοινωνιών που δυσκολεύονται να συντηρήσουν την καθημερινότητά τους δεν είναι καινούργια. Μπορεί όμως φέτος να αποκτήσει διαφορετική πολιτική βαρύτητα. Όχι επειδή η Ιστορία έχει προγραμματίσει κάποια καταστροφή για τον Δεκέμβριο. Αλλά επειδή καμία πολιτική τάξη δεν δικαιούται να θεωρεί ανεξάντλητη την ανοχή εκείνων που αισθάνονται αποκλεισμένοι από τις υποσχέσεις της.
Η Ευρώπη δεν θα φτάσει αθώα στα Χριστούγεννα. Θα μεταφέρει μαζί της τις εκκρεμότητες της κοινωνικής της συγκρότησης, την κόπωση των δημοκρατικών της αντιπροσωπεύσεων, την οικονομική αβεβαιότητα των νεότερων γενεών και μια ολοένα δυσκολότερη συζήτηση για τη διανομή των δυνατοτήτων της ζωής. Το αν αυτές οι αντιφάσεις θα οδηγήσουν σε βαθιές μεταρρυθμίσεις, σε παρατεταμένες εξεγέρσεις ή σε μια νέα περίοδο πολιτικής αδράνειας παραμένει ανοικτό.
Το βέβαιο είναι ότι η Ιστορία δεν ζητά από τις κυβερνήσεις άδεια για να ξαναρχίσει.
Και κάποτε, την ώρα που οι πόλεις ετοιμάζονται να γιορτάσουν, οι κοινωνίες αρχίζουν να λογαριάζουν όσα τους οφείλονται.
Δεν υπάρχουν σχόλια
ΠΡΟΣΟΧΗ! Την ευθύνη για το περιεχόμενο των σχολίων φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας τους και όχι το site. Η ανάρτηση των σχολίων μπορεί να έχει μια μικρή χρονική καθυστέρηση